ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Μαΐου 2007

Απογοήτευση και παλιμπαιδισμός

Μαΐου 27 , 2007 · 2 σχόλια

Εκεί που ήμουν πεθαμένος το Σαββατόβραδοκαι έπαιζα Wii -λατρεύουμε οτιδήποτε το γιαπωνέζικο- γιατί ο εγκέφαλος μου είχε στεγνώσει από τις μπόμπες και την δουλειά, αποφάσισα να κάνω ένα μπάνιο.

Δηλαδή όχι αποφάσισα, έπρεπε, αλλά τι να κάνεις. Ήρθαν οι γείτονες και μου έκαναν παρατήρηση. Λέγανε ότι δεν μπορούν να ανοίξουν τα παράθυρά τους από την μπόχα, οπότε ή έκανα μπάνιο, ή με χώναν μέσα ή έκλεινα τα παράθυρα.

Αφού το αρκουδίσιο που μόλις αγόρασα το έσπασε ο τεχνικός κατά την διάρκεια της τοποθέτησης (τώρα είναι κάπου στο Κατμαντού και κρύβεται) και δεν γουστάρω τα κρατητήρια-είναι πολύ βρώμικα- άναψα το θερμοσίφωνο. Με πόνο καρδιάς βέβαια. Πουτάνα κενωνία/με έσπρωξες στον βούρκο/και την αμαρτία. Αν σας άρεσε αυτό το τραγούδι που μόλις σας τραγούδησα στείλτε DOMINO στο 4673, χρέωση 3€ ανά SMS. Βρε λες να είμαι ο νέος Καρβέλας;

Μ’ αρέσει να κάνω μπάνιο με την πόρτα ανοιχτή (εξιτάρομαι, νομίζω ότι κάποια με παίρνει μάτι). Βάζω Queens of the Stone Age να βαράνε. Συγκρότημα με αρχίδια. Μετά τους One, έτσι;

Πάνω στο γραφείο βλέπω κάτι παπάκια σε διάφορα χρώματα. Αναρωτήθηκα μια στιγμή πως βρέθηκαν εκεί. Μια στιγμή. Μετά καραγούσταρα και πήρα ένα μαζί μου. Ανοίγω το συρτάρι και τσιμπάω την πετσέτα με την Άριελ την μικρή γοργόνα. Παίρνω και ένα μποξεράκι με τον Αρειανό των Looney Tunes.

Μπαίνω στο μπάνιο και ανοίγω το ντουλάπι. Επειδή εκτός από τα γιαπωνέζικα σταφ λατρεύουμε και τις Μπύρες, παίρνω το σαμπουάν Μπύρας. Η λέξη “Μπύρα” πάντα με κεφαλαίο. Όχι γιατί είναι μάρκα. Γιατί απλά η μπύρα είναι ιερό πράμα. Παίρνω και ένα αφρόλουτρο. Όχι το κόκκινο, το πράσινο. Το κόκκινο μου ερεθίζει την τσουτσού. Και τα νύχια.

Ανοίγω την βρύση. Έχω δοκιμάσει επανειλημμένως να ξαπλώσω αλλά δεν χωράω και καταλήγω με ανοιγμένο κεφάλι από το πέσιμο κατά την διάρκεια της προσπάθειάς μου αυτής. Ξεκινάω να τρίβομαι με το γυαλόχαρτο τσούκου τσούκου τσούκου τσούκου. Όταν το νερό έχει φτάσει σε ένα άλφα επίπεδο, ρίχνω το παπί μέσα. Και από εκεί που έχω ένα χαμόγελο σαν της Κοκκίνου καταλήγω να ουρλιάζω.

Το παπί επιπλέει. Αλλά ΑΝΑΠΟΔΑ. Τα πάνω κάτω. Με τον κώλο πάνω και το κεφάλι κάτω. Το κεφάλι μέσα στο νερό. ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΙΣ ΕΤΣΙ ΜΕ ΛΕΣ;;;;

Έβρισα την Κίνα όσο δεν έχω βρίσει όλη μου την ζωή. Βγαίνω από το μπάνιο και ορμάω στο Πεζό. Πάω αεροδρόμιο. Αρπάζω την πρώτη πτήση για Κατμαντού (κάθε 2 ώρες απευθείας σύνδεση με το αεροδρόμιο Μακεδονία). Έψαξα τον τεχνικό. Τον βρήκα μετά από 2 ώρες ψαξίματος στην αχανή ζούγκλα των 3.099.837.000 στρεμμάτων. Πρώτα τον έβαλα να μου φτιάξει το αρκουδίσιο που έσπασε. Μετά του έβγαλα τα μάτια και τον ανάγκασα να φάει 40 στρέμματα μπανάνες. Τα μάτια τα έδωσα για μεζέ στον παπαγάλο μου. Γυρνάω σπίτι, κρεμάω το μηχάνημα και κλείνω τις πόρτες.

Άι σιχτίρ.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Την αγάπη μας όπου και να είσαι Αμαλία

Μαΐου 26 , 2007 · Γράψτε ένα σχόλιο

http://www.fakellaki.blogspot.com

Κατηγορίες: Uncategorized

Ψυχολογικό #646 : WC τρίμπιουτ

Μαΐου 23 , 2007 · 2 σχόλια

Ξυπνάω. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Κοιτάζω δεξιά-αριστερά. Δεν αναγνωρίζω το μέρος.

Τα ρούχα μου είναι μέσα στην σκόνη και τρύπια. Νιώθω σαν να έπεσα από ελικόπτερο. Σηκώνομαι όρθιος. Στο βάθος βλέπω ένα βενζινάδικο της “Hell”. Ξεκίνησα να περπατάω ως εκεί. Τα πόδια μου πονάνε. Ζαλίζομαι.

Τα αυτοκίνητα με κορνάρουν. Παρατηρώ καλύτερα τα ρούχα μου. Είμαι χειρότερα απ’ ότι νόμιζα. Το πουκάμισό μου είναι κατακόκκινο.

Ο μάστορας ήταν χοντρός και πασαλειμμένος με μουστάρδες. “Μάλλον ξύπνησα μέσα σε αμερικάνικη ταινία”, σκέφτομαι. Ξεγλυστρώ στην τουαλέτα.

Το πρόσωπό μου είναι χαρακωμένο. Το πλένω με κρύο νερό. Τσούζει. Στην διπλανή τουαλέτα ένα ζευγάρι νταλικέρηδων κάνει παθιασμένο, αγνό και αμόλυντο έρωτα, όπως την πρώτη τους φορά. Χτενίζομαι, βάζω ζελέ, ξυρίζω τις αμασχάλες και παίρνω μάτι το ζευγάρι από δίπλα. Το να είσαι ψηλός έχει φοβερά πλεονεκτήματα.

Καθώς παρατηρούσα αυτήν την σύγκρουση γιγάντων, αναρωτιόμουν ποιος είμαι. Τι κάνω εδώ, που να πάω μετά, πόσο καιρό τα έχουν, που γνωρίστηκαν, οι νταλίκες είναι βολικές;

Ψάχνω τις τσέπες μου. Τσίχλες, καπνός, Rizzla ασημί. Στρίβω. Χαλαρώνω. Νιώθω τις σκέψεις μου να μπαίνουν σε σειρά.

Περιμένω να τελειώσουν τα παιδιά. Βγαίνω και αρπάζω στα κρυφά ένα κρουασάν ιδιωτικής ετικέτας, από τα φθηνά. Το στριμώχνω ανάμεσα στην μπυροκοιλιά και το εσώρουχο.
“Τουλάχιστον ως εδώ είχα καλή ζωή. Το μπυροκοίλι είναι ένδειξη κύρους και ανώτερης κοινωνικής τάξης.”

Βγαίνω στον δρόμο και κάνω οτοστόπ. Μετά από μισή ώρα σταματάει ένα κόκκινο παλιό αυτοκίνητο. Μέσα είναι δυο τύποι. Μου κάνουν νεύμα να ανέβω. Ανοίγω την πίσω πόρτα, μπαίνω. Δεν με ρωτάνε τίποτα,δεν λέω τίποτα. Νιώθω ότι ξέρουν τι έχει συμβεί, και τα μέσα μου σπαράζουν να μάθουν. Αλλά δεν τολμώ να πω λέξη.

Μετά από δέκα λεπτά πιάνει μπόρα. Ένα τριαξονικό μπροστά μας ασθμαίνει. Ο οδηγός μας το προσπερνά. Φώτα. Κόρνα.

Ξυπνάω. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Κοιτάζω δεξιά-αριστερά. Δεν αναγνωρίζω το μέρος.

Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Τα παντζούρια είναι κλειστά. Παρατηρώ ένα άλλο παντζούρι στην άλλη μεριά του κρεβατιού. Κοιμόταν ήσυχα. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο.

Ανάβω το πορτατίφ. Πάνω στο τραπεζάκι Rizzla XL. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο βαριά. Ανοίγω την κουρτίνα. Βλέπω πόδια να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου. Είναι νύχτα.
Πηγαίνω στο μπάνιο. Κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Είναι χαρακωμένο. Οι πληγές τρέχουν ακόμα αίμα. Κοιτάζω τα πεταμένα ταμπόν στο πάτωμα. Πλένω το πρόσωπό μου, τσούζει. Χαμογελάω στον εαυτό μου. Τα δόντια μου είναι κίτρινα. Παίρνω την οδοντόβουρτσα και τα τρίβω ώσπου να ματώσουν τα ούλα μου.

Παίρνω το μπουφάν και βγαίνω έξω. Ψάχνω τις τσέπες μου. 10$ και ένα χαρτάκι.
“65str.” Μπαίνω σε ένα ταξί και ξεκινάμε για την 65η. Έτσι όπως κοίταζα από το παράθυρο ένα χαμόσπιτο μου θύμιζε κάτι. Λέω τον tarifa να σταματήσει. Σταμάτησε.

Μπαίνω στο σπιτάκι. Κοιτάζω ψηλά, θα ‘ταν-δεν θα’ ταν 25 ορόφους.
Εκεί που ανέβαινα προσεκτικά τις σκάλες, βλέπω τον Τζακ Μπάουερ να εισβάλλει σε ένα διαμέρισμα. Τον προσπερνώ διακριτικά και συνεχίζω προς τα πάνω. Από μια πόρτα ακούγονται Led Zeppellin και τρανταχτά γέλια. Πλησιάζω. Η πόρτα ανοίγει και με βουτάνε δυο ντουλάπες. Οι χαρακιές στο πρόσωπό μου έγιναν περισσότερες. Δεν έβλεπα τίποτα από το αίμα. Ξαφνικά κάποιος μου πετάει κρύο νερό. Έτσουξε.
“Καλώς μας βρήκες. Έχουμε δουλειά το βράδυ.”

Μπαίνουμε στο μαγαζί. Είναι σε μια περιοχή βρώμικη με πολλού αστέγους. Στην πόρτα ένας μαύρος μιλάει Γαλλικά στο κινητό του. Κάποιος μου χτυπάει κάτι σαν σφραγίδα. Το μπλακ λάιτ αποκαλύπτει την λέξη “Domino”. Τότε ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη. Δεν ξέρω γιατί.

Πηγαίνω προς την τουαλέτα. Μια κοπέλα, γύρω στα 30 με κοιτάζει. Την κοιτάζω και εγώ. Μπαίνει στις γυναικείες. Ακολουθώ.
Τα δάχτυλά της κίτρινα από τα τσιγάρα. Ανάμεσά τους μελανιές από τσιμπήματα. Η ανάσα βρωμάει Smirnoff North. Βάζω 2$ στο μηχάνημα. Κλείνω τα μάτια, ακούω μόνο την βαριά ρυθμική ανάσα της. Κορύφωση. Ησυχία.

Κλείνω την πόρτα πίσω μου. Αρπάζω ένα τσούπα-τσουπς από το σταντ. Γλύτωσα την υπογλυκαιμία προς το παρόν. Τρέχω προς την έξοδο. Κοιτάζω τα χέρια μου. Αίμα. Τρομοκρατούμαι. Βγαίνω στον δρόμο. Ξαφνικά κάνει κρύο. Δεν νιώθω τίποτα άλλο. Μόνο κρύο.

Ξυπνάω. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Κοιτάζω δεξιά-αριστερά. Δεν αναγνωρίζω το μέρος.

Τα ρούχα μου είναι μέσα στην σκόνη και τρύπια.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Verykoko

Μαΐου 19 , 2007 · 2 σχόλια

Μπήκα στο αμάξι. Η εσάνς βανίλιας, σάπιου μήλου και αβοκάντο χτύπησε τα ρουθούνια μου. Πρέπει να πάρω ένα φορτηγάκι για το μανάβικο και να σταματήσω να παιδεύω το Πεζό.
Βάζω μπρος. Πάλι χτύπησε η μίζα. Βγάζω το πράμα για τον ήλιο από το παρμπρίζ που δεν ξέρω πως το λένε. Αν ήμουν ο σπασίκλας γιος της φιλολόγου από το λύκειο ίσως έψαχνα στο λεξικό.

Πετάω από το παράθυρο ένα παλιό μπουκαλάκι με νερό που είχε πιάσει πρασινάδα.
Όποτε πετάω κάτι από το παράθυρο μου έρχεται στο μυαλό ο πατέρας μου να πετάει ένα κουτί γάλα στην εθνική. Προ αμνημονεύτων ετών αλλά ακόμα το θυμάμαι και πρέπει να πω ότι έγινε το ίνδαλμά μου από τότες.

Τα αμορτισέρ τρίζουν. Η Καιτούλα ήταν δυναμίτης χθες. Και εγώ όμως δεν πήγα πίσω (μη χέσω!!!)
Μετά από μια ώρα έφτασα. Έβγαλα το κράνος μου και έβγαλα την αλυσίδα από το πορτ μπαγκάζ. Το δένω στο δέντρο.
Χτυπάω το κουδούνι.

Ανοίγει η θεία μου. Αγέραστη, αγέρωχη, σωστή αμαζόνα.
Γεννήθηκε το 1786 στο μαγευτικό Πηδηχτό. Δεν πήγε πολύ σχολείο, όπως ήταν φυσικό εκείνη την εποχή. Μόνο ένα μεταπτυχιακό στο Shipping στο Ρότερνταμ. Και αυτό με τα χίλια ζόρια.

Την τελευταία φορά που την είδα ήταν στον γάμο του εγγονού της και πρώτου μου ξαδέρφου Σάκη. Εκεί που χορεύαμε ένα μαγευτικό ταγκό, γυρνάει και μου λέει κάτι που θα με στοίχειωνε μια ζωή:

(Αντίλαλος και βάθος) “Τοο καλόοοο χέσιμοοοο είναι θέμα timinggg Dominoooo….”

Μόλις το άκουσα έφυγα. Ένιωσα ότι κάτι με κυνηγούσε. Ένα φάντασμα με καταδίωκε και δεν θα μπορούσα να γλυτώσω μόνο αν έβρισκα το βαθύτερο νόημα.
Μια φοβερή φωνή πλανιόταν στον αέρα:

(Πάλι αντίλαλος και βάθος, αλλά με πιο θριλεριάρικη φωνή)”Όταν το βρείς γύρνα πίσωωωωωωωω. Τότε θα καταλάβω ότι είσαι ο εκλεκτός….”

Έψαξα σε κρυφά αρχεία σε καταπακτές. Πλακώθηκα με καλόγερους στη Μονή Εσφιγμένου. Βρίστηκα με επιστάτες και θυρωρούς. Έπιασα την γυναίκα μου στα πράσα με τον Γιαννάκη από το μπακάλικο. Έπιασα τον Γιώργο με την αποπάνω αποπάνω του.Measured myself in meters, kilometers and finally in character. Πήγα στη Σαμοθράκη σε ρέιβ πάρτι. Γύρισα κάθε καταγώγιο του Σόχο. Ωραίο χωριό ο Σοχός, και με πολύ φαΐ. Χόρεψα σάμπα με βραζιλιάνες. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Κουλούρι.

Ο καιρός περνούσε και είχα απογοητευτεί. Ένιωθα χαμένος. Τα νεύρα μου είχαν αρχίσει να σπάνε. Είχα βυθιστεί σε έναν κόσμο που το μόνο που υπήρχε ήταν η φωνή της θείας μου. Της Βερυκοκούλας του Πηδηχτού.

Ένα βράδυ μετά από ένα ξενύχτι, περνούσα έξω από γνωστό γυράδικο της συμπρωτεύουσας. Μια ψιλοπείνα την είχα, όπως πάντα, και σταμάτησα και χτύπησα δύο γυράκια. Βάλσαμο σε λέω βάλσαμο.

Γυρνάω σπίτι και ανοίγω την τηλεόραση στο TV100. Το κανάλι είναι για τα μπάζα, ο “Ατσαλάκωτος Bill” είναι για τα μπάζα, τα δημοτικά τσιράκια του που την είδαν μπάτσοι είναι για τα μπάζα, αλλά η εκπομπή “Δορυφόρος” τα σπάει ρε φίλε σε λέω. Ο τυπάς που την παρουσιάζει είναι ΘΕΟΣ.

Εκεί που έβλεπα έναν διαγωνισμό στριπτίζ στη Ρουμανία (η τύπισσα ήταν και τρελό …απ’αυτό τέλος πάντων αλλά ήταν στάνταρ εκπαιδευμένη από τους Βρετανούς SAS. Πολύ πράμα…) αρχίζω και νιώθω ενοχλήσεις στην κοιλιά μου. Όσο πήγαινε και δυνάμωνε η ενόχληση και άρχισα να νιώθω πως μέσα μου χλιμιντρίζει ελέφαντας. Τότε αποφάσισα να πάρω το ψευτοκουλτουριάρικο περιοδικό μου που έχει αφιέρωμα στην Bjork και να τραβήξω κατά το δάσος.

Με την Bjork έχουμε σχέση αγάπης και μίσους. Αυτή με λατρεύει και εγώ την μισώ. Έτσι απλά. Όπως λέμε: “Όχι πια σεξ, μόνο φίλοι.” “Θα σε σπάσω στο ξύλο.” “Πεινάου.” Το πως γνωριστήκαμε θα σας το πω άλλη φορά.

Και εκεί που χαλάρωνα, το ένιωσα. Το μυαλό μου άδειασε τελείως και ξαναγέμισε. Αυτή τη φορά με φως και γνώση. Και τότε άκουσα την φωνή που με στοίχειωνε να ουρλιάζει σαν τον δράκουλα που λούζεται με ηλιαχτίδες… Το είχα νικήσει.

Τρέχω στο αυτοκίνητο με το σκατό στο χέρι (που λέει ο λόγος) και ξεκινάω για το Πηδηχτό. Σε 4 ώρες ήμουν εκεί. Έκανα και μια στάση στην Σπάρτη. Μ’αρέσει η Σπάρτη.

Χτυπάω το κουδούνι. Ησυχία. Ξαναχτυπάω. Πάλι ησυχία. Ακούω πίσω μου βήματα.
-Η Βερυκοκούλα μας άφησε…
-Πέθανε η θεία;
-Όχι, παντρεύτηκε έναν μούτσο. Ήθελε να πάρεις αυτό.

Ο καλοκάγαθος γέροντας μου έδωσε ένα ημερολόγιο. Ήταν οι φωτογραφίες της Βερυκοκούλας. Οι περισσότερες ήταν θολές. “Ήταν φτιαγμένη όταν τις έβγαζε” , μου έλυσε την απορία ο παππούς. ” Σε εκείνη την Ολλανδία είχε ξεφύγει λιγάκι ξέρεις. Για να καταλάβεις τι εννοώ, δες τι βλακείες γράφει στην τελευταία σελίδα.”

Γυρίζω στην τελευταία σελίδα του άλμπουμ, όπου ήταν γυμνή η θεία και κρεμιόταν από ένα δέντρο. Στο σχόλιο δίπλα έγραφε: “Είσαι ο εκλεκτός”.

Η ζωή μου άλλαξε από τότε. Ζούσα κάθε μέρα σαν την τελευταία. Η τσατσά της γειτονιάς μου έφτιαξε πολυκατοικία σε τρεις μήνες και η μπαργούμαν από Citroen Saxo βρέθηκε με Volvo. Ροζ. Με άσπρες βούλες. Και με πινακίδα “Gr8inBed”.

Τελικά κατέληξα να ζητιανεύω στην Άθωνος και να πουλάω χαρτομάντηλα γιατί έφαγα όλα μου τα λεφτά το ζώο. Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα; Όντως, η άγνοια είναι ευτυχία παιδιά μου…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Μπύρες

Μαΐου 16 , 2007 · 3 σχόλια

(Το παρακάτω φαίνεται σαν ποστ της Κωλόγριας, αλλά μου βγήκε τυχαία. Θα ήθελα να δηλώσω ότι δεν είμαι απλά ένα κακέκτυπό της, αλλά τι να κάνω ρε παιδιά, έτσι μου βγήκε. Πετάξτε μου πέτρες, ντομάτες, κολοκύθια. Αλλά μην ξεχνάτε : Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλλέτω!)

The following takes place between 1am and 2 am….

-Ρε βλάκα, έπρεπε να την απαυτώσεις.
-Ε αφού δε μου έβγαινε…Μιλούσε συνέχεια για τον Άρη και και εγώ δεν ασχολούμαι με αθλητικά.
-Ε τίποτα άλλο δεν έλεγε;
-Όχι…
-Κρίμας….Αλλά πάλι έπρεπε να την απαυτώσεις.
-Μα είμαι του μιλητού, δεν μπορώ να ακούω Άαααααααααρηη, Άααααααρηηηηηηηη…..
-Δεν μου λες ρε, τον προηγούμενο τον γκόμενό της πώς τον ελέγανε;
-Άρη.
-Είχα ένα θείο Άρη, δούλευε στην Cosmote.
-Γιατί δούλευε, τώρα πού είναι άνθρωπος;
-Έφυγε για να ανοίξει δικιά του.
-Πες τον να με πάρει ρε,πάλι δεν έχω δουλειά.
-Δουλειά δεν έχεις,γκόμενα δεν έχεις, τι διάολο κάνεις εκεί που είσαι;
-Μα δεν μπορώ να ελιχθώ γιατί μας έχουν δώσει εντολή από το κόμμα να το παίζουμε αδερφές…Αφού είναι όλες υποψήφιες ψηφοφόρες.
-Ρε μπας και είσαι στα αλήθεια πουστς?
-Κόψε ρε τις μαλακίες. Πότε θα πάμε να δούμε το “Alter Ego”;
-Εγώ Alter δεν βλέπω, μόνο ΣΚΑΪ.
-Όχι ρε, το έργο με τον Ρουβά.
-Ρε μπας και είσαι πουστς;
-Ωχ, δεν σε μπορώ άλλο. Μου έφαγες την ψυχή μου έφαγες…
-Ο φίλος σου ο Μάκης τι κάνει;
-Πήγε από τώρα στο κάμπινγκ να πιάσει θέση.
-Δεν δουλεύει;
-Τον απέλυσε ο θείος μου.
-ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
-Μη φωνάζεις ρε βλαμμένε. Τι θες;
-Η φίλη σου έχει καμιά καλή φίλη;
-Πρώτον χώρισα, δεύτερον και να είχε η μούρη σου είναι σαν σκατά, και τρίτον μη με διακόπτεις όταν τρώω πιτόγυρα.
-Καμιά καλή ξαδέρφη έχεις;
-Έχω. Αλλά η μία είναι αρραβωνιασμένη, η άλλη θέλει τον διευθυντή της κοινοπραξίας στην οποία δουλεύει, την άλλη δεν στην δίνω εγώ για να μην χαραμιστεί το κορίτσι.
-Έλα ρε μαλάκα…
-Τι είμαι ρε, ο χρυσός κουφέτος;
-Μ’ αρέσει που έκανες στροφή στην ποιότητα ρε μπινέ.
-Έκανα ρε, αυτό απλά είναι το αμαρτωλό παρελθόν μου που προσπαθώ να ξεχάσω. Όπως κάθε ψευτοκουλτουριάρης σαν εμένα. Είναι όπως τότε που πήγαινα στις πουτάνες.
-Και εγώ το έκοψα, δεν συνέφερε.
-Τι εννοάς;
-Καιγόμουν στην προθέρμανση και πηγαίναν τζάμπα τα 30€. Βάλε και το ξύλο που έτρωγα γιατί έριχνα τα στατιστικά της ομάδας.
-Τώρα που συζητάμε περί αισθηματικών, ψάχνω μια ιντελεκτσουάλ γκόμενα.
-Εχθές έλεγες ότι ψάχνεις γιούχου γκόμενα.
-Ε ναι ρε φίλε, η γιούχου είναι για άλλους ιντελεκτσουάλ. Όλοι οι καλλιτέχνες τζασμένοι δεν είναι;
-Με τι μούτρα θα βρεις εσύ καλλιτέχνιδα;
-Θέλεις να πεις ότι δεν έχω το πολιτιστικό υπόβαθρο;
-……..Ναι……
-Μα εγώ είμαι του αφάν γκατέ και του οτ κουτούρ, μη μου την μπαίνεις. Πίνω μπύρες με τον Ζουράρι.
-Και κάνετε συζητήσεις περί πατριδογνωσίας;
-Όχι, ανταλλάζουμε συνταγές και χαρτοπετσέτες.
-Ρε μπας και είσαι πουστς;
-Εσύ είσαι καλύτερος που κλέβεις σφηνοπότηρα;
-Έλα μωρέ, έχω κλέψει καμιά σαρανταριά και το κάνεις και θέμα.
-Πω ρε φίλε, άκου τραγουδάρα που παίζει.”Δεν έχει σίδερα η καρδιααααααααά σου να με κλείσει……”
-Σε ροκάδικο δεν είχαμε έρθει; Πώς βρεθήκαμε εδώ;
-Σε κουβάλησε ο Γιωργάκης όταν είχες πιει την δέκατη μπύρα και κατουρούσες στον νιπτήρα. Τον κατούρησες και αυτόν.
-Καλά τον έκανα, με είχε δείρει στο δημοτικό.
-Μα αφού μιλούσες με την Κικίτσα.
-Ιούδα προδότη Ισκαριώτη….
-Την αλήθεια λέω, σε αντιστοιχία με τα σημερινά μας χρόνια είναι σα να του πήδηξες την γκόμενα…
-Είσαι κομπλεξάρα.
-Πάμε Νίνο;
-Και δεν μπαμ;

Κατηγορίες: Σαβούρια