ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Ιουνίου 2007

Π.Κ.Φ.Η.Λ.

Ιουνίου 25 , 2007 · 3 σχόλια

Χτυπάει το ξυπνητήρι. Έξω δεν είχε χαράξει ακόμα. Σιχτιρίζω, ανοίγω το ραδιόφωνο και βάζω την κασέτα της Νέλυς Φουρτάντο ενώ πλένομαι.

Βγαίνω στον δρόμο και καβατζώνω ένα ταξί. Ξαφνικά από το σι μπι ακούγονται κάτι περίεργα παράσιτα. Σε λίγο ακούγεται μια φωνή να λέει : “τσσσσσσσ ούστον, γουί τσσσσσατ τσσσσσσ μπλεμ”.

Ο ταρίφας γυρνάει και με κοιτάει απορημένος, σα να μου λέει “Κόψε τις μαλακίες με το κινέζικο ρολόι σου που αλλάζει κανάλια μην γίνει της Κωνσταντίνας Πόπης”. Έλα όμως που απλά το κοιτούσα στην βιτρίνα και δεν το αγόρασα…

Το σι μπι συνέχισε να λέει και άλλα: ” τσσσσσσσ κομήτης τσσσσσ πάνω μας τσσσσσ μέιντέι τσσσσσ…..”
Και εκεί το απόλυτο κενό.

“Κωλόπαιδα, πάλι πλάκα κάνουν”, λέει ο ταρίφας. Εγώ όμως είχα συνταραχθεί. Κάποιος έπρεπε να σώσει αυτούς τους ηρωικούς κοσμοναύτες που κάνουνε πειράματα σε χιμπατζήδες για να εξελίξει το ανθρώπινο είδος την φρικιαστική του γνώση και σε άλλους τομείς.

Πετάω ένα μωβ -25€ το ένα, μου τα έφερε ο Psychopath Bulgaris από την δουλειά μια μέρα που δεν είχε κατεβάσει το μισό φαρμακείο και μπορούσα να συνεννοηθώ μαζί του. Συνήθως είναι φουλ στην ντόπα και τον ψάχνω στις αποθήκες και μέσα στα σιλό- και κατεβαίνω στη μέση του δρόμου. Μπαίνω μέσα σε ένα γυράδικο. Στιγμιαία σκέφτηκα να χτυπήσω κανά δυο γυράκια αλλά σκέφτηκα ότι πρέπει να σωθούν πρώτα τα ηρωικά παλληκάρια. Μπαίνω στην τουαλέτα, βγάζω του μπλουζάκι “Barberis” και τότε μου πέρασε από το μυαλό ότι έδωσα 25€ στον ταξιτζή.
Συνέρχομαι από το σοκ, και βγάζω από την τσέπη μου την μαγική στολή με το μεγάλο D σε μωβ φόντο. Βγάζω και την κάπα -την έραψε η μαμά για τον μοναχογιό της από μια πετσέτα που είχε πάνω τον Μίκι Μάους- και τα φοράω. Σηκώνω το χέρι και εκτοξεύομαι. “ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ!!!”

Αρχίζω και πετάω. Πρώτα στρατόσφαιρα, μετά ιονόσφαιρα, μετά μανδύας, μάγμα και κενό. Κάνω μια στάση για ένα φραπεδάκι στο ISS Hotdog όπου είναι ναυτάκι ένας φίλος μου από την Γουατεμάλα. Γνωριστήκαμε στα γκαζάδικα, το 1954. Μεταφέραμε μαζούτ στην Θεσσαλονίκη για να καίει το μυαλό του Ατσαλάκωτου.

Αφού τα είπαμε, συνεχίζω την πορεία μου προς το διαστημόπλοιο με τα ιδρωμένα από τον φόβο παλληκάρια, που θα γυαλίζουν και θα γλυστράνε…Πατάω το άφτερμπέρνερ μπας και φτάσω κάποτες. Τότε μακριά το βλέπω. Σε απόσταση αναπνοής ήταν ο κομήτης. Τον αναγνώρισα αμέσως. Ήταν ο 249W99ii. Tον είχα διαολοστείλει πριν 4000 χρόνια, όταν δούλευα ακόμα για τον Σερίφη του Διαστήματος, κάπου στα Νέα Σύνορα. Είχε γυρίσει να πάρει εκδίκηση και είχε σημαδέψει τους καλογυμνασμένους αστροναύτες για να με κάνει να εμφανιστώ.

Παίρνω φόρα, και του δίνω μια μπουνιά. Εκείνος μου ρίχνει μια κλωτσιά στα αχαμνά, διαλύει το σπασουάρ και εγώ σπαράζω από τον πόνο. Τότε τα πήρα στο κρανίο, και του έκανα το κόλπο που έμαθα στην Μογγολία, εκείνο που τον πιάνεις από τα μαλλιά και τον τραβάς. Από τα κάτω τα μαλλιά. Του τα αρπάζω και τον αφήνω φαλακρό. Τότε, με ένα ανάποδο άπερκατ τον ξαναδιαολοστέλνω.

Χαρούμενος που για ακόμη μια φορά έσωσα τον μάταιο τούτο κόσμο, κάθομαι στο υγρό χώμα να πάρω μια ανάσα. Τότε, έρχεται μια βέσπα και μου δίνει μια ανθοδέσμη. “Εκ μέρους του λαού της Γης, σας ευχαριστούμε. G.W. Poysts. ” Γυρίζω από πίσω την κάρτα και έγραφε “Πρότυπο Κέντρο Φυτών Η Λίτσα”.

“Βρε το Λιτσάκι, άνοιξε υποκατάστημα και στην Ουυοοόσινγκτον. Να πάω να την βρω να θυμηθούμε τα παλιά.”

Παίρνω τον δρόμο της επιστροφής. Ανοίγω λιγάκι το παράθυρο να μπαίνει καθαρός αέρας. Είχε λίγες λακούβες αλλά το μαραφέτι αντέχει. Εκεί πάνω δεν έπιανε τίποτα, οπότε έβαλα ένα σιντί των One. Ψάχνοντας να μπανίσω κανά διαστημικό μωράκι, έπεσα πάνω στον Βόγιατζερ. Όση ώρα περίμενα τον γερανό, διάβαζα τις μαλακίες που είχαν βάλει μέσα οι αμερικάνοι για να τα δουν οι Ούφοι. Τελικά κατάλαβα ποιοι είναι οι Ούφοι. Trust noooooooone…Του ρου νου νουυυυυυ….

Σε ένα τεταρτάκι σκάει μύτη ο γερανός. Ήταν ο φίλος μου ο Γάντζουλας. Γνωριζόμασταν από το σχολείο. Από τότε είχε κλίση σε βαρέα οχήματα. Μια φορά ήθελα να κάνω κοπάνα και για να μου ανοίξει την πόρτα έριξε πάνω της το τρακτέρ του μπαμπά του. Μια άλλη φορά που έγραφε τεστ, έριξε μια σκουπιδιάρα στην τάξη του. Μια άλλη φορά, όταν είχε αρπάξει έναν γερανό, μου πάτησε το ποδήλατο. Έκανα να του μιλήσω έναν χρόνο. Και μου άρεζε σε λέω εκείνο το ποδήλατο. Ήταν πορτοκαλί και άσπρο, και είχε ένα καλάθι μπροστά. Είχε και ένα μικρό πατεντιάρικο ανθοδοχείο που έβαζα τουλίπες.

-Ξέρεις Dom, τότε με το ποδήλατο…
-Άστο να πάει ρε Γάντζουλα…
-Ξέρεις…με έβαλε ο πατέρας σου να το πατήσω…
-Τι με λες τώρα;
-Ήταν λίγο…φαινόσουν λίγο…εεεε….καταλαβαίνεις….
-Τι ρε Γάντζουλα;
-Να μωρέ…πουστς…
-Γι’αυτό δεν έβρισκα γκόμενα ως τα 25;
-Και γι’αυτό δεν σου μιλούσα μπροστά στους άλλους, γι’αυτό όλοι γελούσαν μόλις περνούσες, γι’αυτό τραγουδούσανε : Μες σ’αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή…

Όλος μου ο κόσμος κατέρρευσε. Τα πάντα γύρω μου. Όλα. Τα πάντα. Μα όλα όλα.
Ανοίγω την πόρτα εν κινήσει και πηδάω. Σηκώνομαι, ούτε γρατζουνιά.
Πάω σπίτι και ανοίγω το χρηματοκιβώτιο. Βγάζω ένα κουτάκι έκτακτης ανάγκης. Πάνω έγραφε “κουτάκι έκτακτης ανάγκης-μην το μπερδεύετε με το κουτάκι με τις μαλακίες”.

Το ανοίγω. Η μωβ λάμψη με τύλωσε. Ήταν ο χειρότερος εφιάλτης κάθε Dominιανού. Ήταν….Dominίτης…

Παίρνω το Τζιμ Μπιμ από την κάβα, το λεγόμενο και “όχι άλλο κάρβουνο”, βάζω τον Dominίτη στο στόμα, πίνω και μια γουλιά μπέρμπον. Περιμένω, περιμένω, περιμένω…

Παίρνω τηλέφωνο την μαμά.

-Έλα μαμά.
-Έλα γιόκα μου.
-Να σε πω, προχθές που ήρθες να καθαρίσεις πέταξες τον Dominίτη;
-Τι λες πασάκα μου;
-Ξέρεις, τον Dominίτη έκτακτης ανάγκης.
-Δεν θυμάσαι που ο παππούς ο Τάκης το πέρασε για δαμάσκηνα για το έντερο και το έφαγε;
-Α καλά λες. Τον κωλόγερο, 150 χρονών είχε φτάσει. Αλλά, τι είχε μέσα τώρα;
-Δαμάσκηνα, για να μην την ξαναπατήσει κανένας.
-Καλά, τα λέμε.
-Γεια σου πιο όμορφο παιδί μου από όλα.

Με την ζωή μου κατεστραμμένη και κανέναν τρόπο να βάλω τέλος σε αυτή τη ντροπή, αποφάσισα να γίνω αλκοολικός.

Λίγο Τζιμ Μπιμ ακόμα;

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο θείος Ραφαήλ

Ιουνίου 19 , 2007 · Γράψτε ένα σχόλιο

-Μωρό μου…
-Τι θες;
-Αγκαλίτσα.
-Μα είπαμε ρε Κάρμεν, μόνο σεξ. Ξεκουβαλήσου τώρα, θέλω να δω CSI.

Ανοίγω την τηλεόραση και ακούω το “Baba O’Riley” στους τίτλους αρχής. Χαλαρώνω και αρπάζω τα πατατάκια από δίπλα. Αν νομίζετε ότι θα σας δώσω απατατάσθε.

Πρέπει να καταργήσουν τα στρίνγκ για ηλικίες άνω των 45. Είδα μια 60άρα και έριξα το μηχανάκι μπροστά από το σοκ. Άσχετο.

Σηκώνεται, βάζει την γαριασμένη σωβρακοκιλότα της που την πλένει με ΟΜΟ που διώχνει τον βρώμο και μπαίνει στην τουαλέτα. Μάλλον την πείραξαν τα λουκάνικα με κέτσαπ που φάγαμε πριν. Ανοίγω την ένταση της τηλεόρασης για να την αφήσω να εκφραστεί ελεύθερα.

Και τότε ακούγεται μια φωνή, σαν από όνειρο… “Τείο, τείο….τείο, τείο…”

Πέφτω από την καρέκλα. Η Κάρμεν Ηλέκτρα έφυγε. Μπροστά μου το γυφτόπουλο από δίπλα.

-Τείο, τείο…
-Τι θες ρε;
-Τέλω ένα κλειδί.
-Για να φτιάξεις το ποδήλατο πάλι;
-Όκι, το θέλει ο τείος ο Ραφαήλ.
- Να πεις τον θείο τον Ραφαήλ να έρθει εδώ και να το ζητήσει ο ίδιος.

Βάζω στα μάτια μου το στρατιωτικό καπέλο που είχα αγοράσει για 7€ και την ξαναπέφτω.
Ακούω μια φωνή. Ήταν ένα γυφτάκι κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερο από το προηγούμενο, καμιά 12 ετών.

-Τείο τείο…
-Τι θες ρε;
-Τέλω ένα κλειδί.
-Δεν είπα να έρθει ο θειος σας ο Ραφαήλ;
-Μα εγκώ είμαι ο Ραφαήλ.
-Της γιαγιάς σου το βρακολάστιχο που είσαι εσύ ο Ραφαήλ.
-Ρε τείο, εγώ είμαι ο Ραφαήλ.
-Δεν σου δίνω τίποτις, σήκω φύγε.

Ξαναρίχνω το καπέλο στα μάτια και συνεχίζω την απομυθοποίηση της Κάρμεν Ηλέκτραςςςςςς. Αυτήν την τεχνική την έμαθα στο Μπαγκλαντές, όταν πήγα να βρω έναν γκουρού για να με γλυτώσει από τις φωνές της θειας μου της Βερυκοκούλας που με στοίχειωναν εκείνο το διάστημα. Από τότε με φωνάζουν “Το Γκρέιντερ”. Γιατί μαζεύω όλα τα μπάζα.

Το άλλο πρωί, αφού είχα απομυθοποιήσει στο μυαλό μου και την Μόνικα Μπελούτσι, ξεκίνησα για την δουλειά. Στο βάθος φαινόταν καπνός. Όσο πλησίαζα, έβλεπα να δυναμώνει η φωτιά. Οι πύρινες γλώσσες πρέπει να καταβρόχθιζαν τα πάντα. “Τον καψερό”, σκέφτομαι, “ποιος να κλαίει τώρα”.

Φτάνω στο μαγαζί μου και κατάλαβα ότι καιγόταν αυτό. Οι καπνοί είχαν το σχήμα του Μητσοτάκη, ο οποίος μιλούσε κιόλα και έλεγε:

“Άλλοι κάνουν σοσιαλαϊζέσιον και άλλοι κονσομασιόν…”

Λόγια με βαθύ νόημα. Τα σκεφτόμουν καθώς έβλεπα την περιουσία μου να καίγεται. Και τότε βλέπω τα γυφτόπουλα πάνω σε ένα ποδήλατο να μου φωνάζουν “της γιαγιάς σου το βρακολάστιχο” και να γελάνε.

Ηθικό δίδαγμα; Δώσ’το να πάει στον διάολο…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Μπαλκόνι φάση

Ιουνίου 8 , 2007 · 6 σχόλια

Εχθές το απογευματάκι σέρνω το κουφάρι μου ως το μπαλκόνι. Είναι μία κίνηση που δεν την συνηθάω.

Εκεί που είχα απλώσει τις φρεσκοχαλαουαλιασμένες ποδάρες στα κάγκελα και είχα πάρει μαζί μου όλα τα αξεσουάρ για ένα θαυμάσιο απόγευμα, μου χαλάει τη νιρβάνα και την αποβλάκωση ένα μπάζο που δουλεύει στο απέναντι κωλόμπαρο.

Εγώ τον αγαπάω, έχω καθυστέρηση και το παιδί είναι μάλλον δικό του. Γι’αυτό ας αφήσει την άλλη τη μπουρούχα και ας γυρίσει σε εμένα.”

Αφού ξενέρωσα γιατί αφού απέφυγα την κυρία Αρναούτογλου έπεσα στο live σπαρταριστό πράμα, τράβηξα δύο ρουφηξιές από τον ελληνικό μου καφέ και δοκιμάζω να ξαναβυθιστώ στην αγκαλιά της καρέκλας-ξαπλώστρας-τσορεμένης-από-beach-bar. Παίρνω και τον Economist αγκαλιά για να σκεφτώ που θα επενδύσω τα 2.400€ που διαθέτω, όπως επίσης και το εμπιτρία μου, έτσι ώστε να μην ξαναχάσω το φίλινγκ.

Και ξαφνικά βγαίνει η καινούρια γειτόνισσα να απλώσει, αλλά η περιβολή της ήταν σαν να είχε μόλις ποζάρει για το Maxim. Μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω και το διαολεμένο το μυαλό μου δεν ξέρω τι διεργασίες έκανε, αλλά θυμήθηκα την Νταϊάνα.

Όταν ήμουν μικρός, πριν πολλαααααά χρόνια, πήγαινα σε ένα σχολείο μιας άλλης γειτονιάς, λίγο πιο πάνω. Η πάνω γειτονίτσα είχε ένα πάρκο στο οποίο μαζευόταν όλοι μου οι φίλοι, αλλά λόγω απόστασης πήγαινα σπάνια. Αν και με αγαπούσαν δυο κορίτσια.

Μια μέρα λοιπόν ήμουν εκεί και ανάβαμε κάτι μπάμπουρες που πέφτανε στα μαγαζιά του κόσμου και μας έβριζε, ξαφνικά ακούγεται ένα “Σκασμός ζώα, it is time”.
Όλο το πάρκο σταμάτησε να κάνει το οτιδήποτε και γύρισε σε ένα μπαλκόνι. Εγώ είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό και είχα αγωνία να δω τι θα συμβεί. Σε τρία λεπτά, ανοίγει μια μπαλκονόπορτα στον πρώτο όροφο. Βγαίνει μία με τα εσώρουχα και κάνει τσιγάρο. Και τότε ακούγεται η ιαχή από όλο το πάρκο “ΝΤΑΪΑΝΑ ΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΝΑ ΣΕ ΔΟΥΜΕ”.

Αυτή που λέτε έκανε άντρες πολλά παιδάκια. Μαζί και εμένα. Αλλά από τότε άρχισε και το βίτσιο μου με τις τριαντάρες…

Μετά ερωτεύτηκα την βιολόγα στο σχολείο. Τριαντατριών, κοπέλα που με τα σημερινά στάνταρ την παντρευόμουν, είχαμε την έχθρα που έχουν όλα τα μελλοντικά ζευγάρια. Η συνέχεια στο FREE Ιουλίου, στα λαβ λέτερς, δίπλα από εκείνη που θα λέει ότι πήρε τέσσερις ποδοσφαιρικές ομάδες, εξήντα οπαδούς, τον γύφτο καντινιέρη και δύο μπαρμπάδες 89 χρονών που καθόταν έξω από το γήπεδο και τάιζαν ψωμί τις καμηλοπαρδάλεις. Φαντάζομαι ότι δεν γλύτωσαν ούτε οι καμηλοπαρδάλεις.

Μετά από αυτήν την εκδρομή, το μυαλό μου γύρισε στη θέση του. Η γειτόνισσα είχε μπει μέσα. Συνεχίζω την μελέτη για κανένα μισάωρο, και αποφάσισα ότι ήθελα να παίξω σε futures νικελίου. Χαρούμενος που έλυσα το πρόβλημα της ζωής μου, αποφάσισα να κάνω όλα αυτά που δεν μπορούσα όταν ήμουν φτωχός.

Μπήκα μέσα, πήρα ένα φύλλο χαρτί και ένα στυλό, και άρχισα να σκέφτομαι.

Εκεί διαπίστωσα ότι είμαι ψυχολογικά διαταραγμένος γιατί το πρώτο πράμα που ήρθε στο μυαλό ήταν να πάρω τζακούζι για να μου γαργαλάνε οι μπουρμπουλήθρες τα χέρια. Το σημείωσα. Μετά αποφάσισα ότι ήθελα ένα πολύ ωραίο δερμάτινο μπουφάν να ανεβαίνω στην μηχανή. Μετά σκέφτηκα ότι δεν έχω μηχανή και ξενέρωσα. Αλλά από εκεί και πέρα το κενό. Το απόλυτο κενό. Δεν μου κατέβαινε τίποτα.

Τρομοκρατήθηκα.

“Είμαι πιο κενός και από το ψυγείο μου” (τα καταβρόχθησα όλα εχθές ενώ υπνοβατούσα).

Κατεβαίνω στον δρόμο με το μποξεράκι Οβελίξ και αρχίζω να προχωράω, να σκεφτώ, να χαλαρώσω. Περπάτησα ένα μισαωράκι όλο και όλο, καμιά εικοσιπενταριά χιλιόμετρα. Και εκεί που ήμουν χαλαρός, πετάω το εμπιτρία από τα αυτιά. Κατάλαβα τι μου συνέβη.

Γυρίζω στο σπίτι και παίρνω τον Εκόνομιστ. Πηγαίνω στην απέναντι πολυκατοικία. Ανεβαίνω στον τρίτο όροφο και πετάω το περιοδικό στην πόρτα της wannabe Κάρμεν Ηλέκτρα στάρλετ. Ίσως να ήταν ένα σπρώξιμο προς τον ίσιο δρόμο, να αφήσει πίσω της την ζωή αυτή. Εμένα δεν μου είναι γραφτό να είμαι πλούσιος, έχω γεννηθεί για τα καταγώγια και τις μπύρες και όχι για το αφάν γκατέ και οτ κουτούρ. Έχω γεννηθεί για τις γκόμενες με το καμμένο μαλλί και το αποτυχημένο ντεκαπάζ και όχι για τις κλασάτες που το βράδυ βάζουν μάσκα μαλλιών.

Το πρωί κατεβαίνω να πάω στην δουλειά. Πετάω τα σκουπίδια στον κάδο. Παρατηρώ πάνω πάνω το περιοδικό τσαλακωμένο, να τυλίγει κάτι. Τελικά κατάλαβα ότι ήταν χρησιμοποιημένες καπότες.

Το βράδυ γυρνώντας αποφάσισα να της χτυπήσω το κουδούνι για να την γνωρίσω σαν άνθρωπο, σαν χαρακτήρα, να μου μιλήσει για τα όνειρά της.

Χτυπάω, βγαίνει με τα εσώρουχα. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη μου λέει:
“Μμμμμμμμ, φρεσκοχαλαουαλιασμένα πόδια….”
Με ρίχνει στο πάτωμα.

Καλά που πέταξε το περιοδικό στο φινάλε…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Οδηγώ και σε σκέφτομαι

Ιουνίου 3 , 2007 · 2 σχόλια

Τα φώτα ήταν νυσταγμένα και βαριά. Η βροχή μαστίγωνε το φορτηγό και ο θόρυβος της λαμαρίνας ήταν κουραστικός μετά από τόσες ώρες, αν όχι εκνευριστικός. Ο ήλιος μου θόλωνε τα μάτια. Τα γυαλιά δεν έκαναν τίποτα. Εκτός από αυτό, είχα και τους απέναντι να με τυφλώνουν με τα φώτα τους.

Προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος. Στην ποτηροθήκη ήταν ο πιστός μου φίλος που με κρατούσε ξύπνιο, το Πλωμάρι. Παραδίπλα η οθόνη του GPS έπαιζε το τελευταίο βίντεο της Κάρμεν Ηλέκτρα. Ναι εκείνο που κάνει γυμναστική-στριπτίζ. Στο ραδιόφωνο “Πειρατικός FM”, όπως πάντα άλλωστε. Τα 3 χρόνια στρατού με έκαναν να ξεχάσω τις μπούκλες του Robert Plant. Το αρκουδίσιο με είχε πλευριτώσει, οπότε είχα κρεμάσει το χέρι με το πανάκριβο Ρόλεξ στο παράθυρο να παίρνει και αέρα η αμασχάλη να’ούμ.

Σε αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, προσπαθούσα να μεταφέρω το πολύτιμο εμπόρευμά μου. Καπότες. Πέρα από την πλάκα, τα προφυλακτικά έχουν από τις καλύτερες σχέσεις βάρους-τιμής και όνειρο κάθε φτωχού πλην τίμιου φορτηγατζή είναι να μεταφέρει ένα τέτοιο φορτίο κάποτες (όχι καπότες, κάποτες γράφω). Εγώ επιτέλους το κατάφερα και έχω ολοκληρωθεί σαν άντρας. Τώρα θα πάω να πάρω και μια Πόρσε και άστα λα βίστα μπέιμπι.

Στας εθνικάς οδούς είμαι γνωστός ως “Πύραυλος”. Όλοι οι συνάδελφοι ξέρουν ότι μπροστά από κάθε ουρά πέντε χιλιομέτρων πρώτος είμαι εγώ. Και τότε ακούω στο CB τα σχόλια τους για την γυναίκα μου, τα παιδιά μου, τη μάνα μου, τη θεια μου την Βερυκοκούλα και ένα σωρό άλλους που δεν τους ξέρω. “Ρε Πύραυλε, τι θα γίνει !@#@# #%$# $%@$$% @#$$%$^ #$#$%, έχουμε δυο βδομάδες να δούμε την γυναίκα μας, μην κάνω άλλες δύο.”

Βγαίνω από το λιμάνι, δυτική είσοδο, και βουρ για Άμστερνταμ μέσω Βεροίας.
Ξαφνικά χτυπάει το κινητό μου. Είναι ένα Βλακberry για να μπορεί να με βρίσκει το Σουλάκι όπου και να είμαι. Τελικά δεν ήταν το Σουλάκι.

Διακρίνω μακριά μέσα στο σκοτάδι μια φιγούρα. Μου φάνηκε ότι έκανε οτοστόπ. Σταματάω. Ήταν μια κοπέλα γύρω στα 25, βρεγμένη. Αυτά τα τρία μου αρκούσαν. Ανοίγει την πόρτα και με ένα σάλτο αλά Super Mario βρίσκεται δίπλα μου. Η μάσκαρα είχε μαυρίσει το πρόσωπό της.

“Τατιάνα. Ίο σόνο Ρούσκι φρομ Μπειτζίνγκ.”

Όπως ξέρετε, έχω πολλά προσόντα, και ένα από αυτά είναι να καταλαβαίνω πότε μου λέει ο άλλος ψέματα. Ε αυτή δεν μου έλεγε. Το έβλεπα στα πρασινογάλανα μάτια της και στα ροδοκόκκινα καταμαυρισμένα σαν παίκτη του ράγκμπι μάγουλά της.

Μετά από τρεις-τέσσερις ώρες ταξιδιού, κάπου έξω από το Μπουένος Άιρες, με πλευρίζει ένα περιπολικό. Μου κάνει νόημα να σταματήσω. Ζητάει τα χαρτιά μου. Με τα άπταιστα Αργεντίνικά μου τον πείθω να μη μου κατασχέσει το φορτηγό επειδή το δίπλωμά μου ήταν πλαστό. Βασικά ούτε δίπλωμα για παπάκι δεν έχω, αλλά η πουτάνα η ανεργία με έσπρωξε στον δρόμο της παρανομίας.

Αφού του άφησα την Τατιάνα σαν δώρο, συνέχισα το ταξίδι μου. Σταμάτησα να πιω μια μπύρα.

Εδώ θέλω να δηλώσω ότι αυτός που έκανε την διαφήμιση του “Μύθου” θα φάει πολύ ξύλο, γιατί χάλασε την πιάτσα και όπου σταματάω όλοι περιμένουν να βγω με ένα ταψί σπανακόπιτα και να κερνάω μπύρες. Αν ήξερε πόσες καπότες πρέπει να κουβαλήσω για να τα πληρώνω αυτά είμαι σίγουρος ότι δεν θα την έκανε. Βρήκα βέβαια ένα άλλο σύστημα και μοιράζω τα ληγμένα και τα λιωμένα προυλακτικά αντί να κερνάω σπανακοπιτάκια. Έτσι μεταφέρω πάντα στον πελάτη μου πάντα προϊόντα ‘Α ποιότητας. Διοίκηση Ολικής Ποιότητας και π!@%$ς μπλε. Είμαι και περήφανος στην τελική που βοηθάω το πρόβλημα υπογεννητικότητας στην εκάστοτε χώρα. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια (να είναι καλά ο ορθογραφικός έλεγχος που με έσωσε από την ξεφτίλα του στυλ “τριγώνια” εκ τριγώνου Πανοράματος).

Αφού ήπια ένα βαρελάκι μπύρα και χλαπάκιασα 5-6 βουρστ, συνέχισα για το τελικό σκέλος του ταξιδιού μου. Έκανα έναν εσπρέσσο στην μηχανή που έχω κάτω από το κάθισμα και δίπλα στην χημική, και χαλάρωσα. Έβαλα τον αυτόματο πιλότο και έκανα χάζι τις γκομενίτσες που οδηγούσαν.

Κλασικά στο Άμστερνταμ με υποδέχτηκαν με σαμπάνιες, κορδέλες κ.ο.κ.. Ήμουν πάλι ο ήρωας της βραδιάς, the best by test, larger than life, beyond this life, hey hey my my, FC Barcelona, γαμώ τον Σκέιλς, πεινάω, λιτλ σπίνατς πάι;;;;

Γαμιμένω χώρττω.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Για την Αμαλία.

Ιουνίου 1 , 2007 · Γράψτε ένα σχόλιο

“ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ”

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας…»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι “για την Αμαλία”).

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

Κατηγορίες: Uncategorized