ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Αυγούστου 2007

Η Βύθησις

Αυγούστου 31 , 2007 · 7 σχόλια

Ο υπερήλικος μονάρχης πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στην αίθουσα του θρόνου. Στο μυαλό του στροβιλιζόταν διάφορα σχέδια για την απόκρουση των εισβολέων.
Η μαγική σφαίρα ήταν γυρισμένη στον ΣΚΑΪ, όπου είχε έκτακτο δελτίο πολέμου. Οι ορδές των βαρβάρων είχαν αρχίσει να πλησιάζουν επικίνδυνα. Κάτι έπρεπε να γίνει.

Τότε μπήκε μέσα ο στρατηγός αλαφιασμένος. Προφανώς οι ενισχύσεις δεν θα έρθουν ποτέ. Ο βασιλιάς έσκυψε το κεφάλι.
Άνοιξε ξανά η πόρτα και μπήκε μέσα το Αριέλ, το μικρό γοργόνι, το ερμαφρόδιτο παιδί του.
“Μπαμπά,μπαμπάκα, τι γίνεται; Θα μας παλουκώσουν οι εχθροί;”
“Εσύ παιδί μου και να παλουκωθείς δεν θα πάθεις τίποτα, ότι ήταν να πάθεις το έπαθες.”

Ανοίγει τη μαγική πύλη και τηλεμεταφέρεται στο παρατηρητήριο, στον αρχαίο πύργο του Άτλαντα, του προπάτορα του γένους τους. Η πεδιάδα είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ήταν τα χρώματα του αρχέγονου εχθρού τους, των Βλιμαβλίμα…

Ήταν φοβερά εξοπλισμένοι. Η τεχνολογία των Θεών της Χαμένης Θερμοκοιτίδας τους είχε κάνει πανίσχυρους. Οι Άτλαντες, που για χιλιάδες χρόνια τους έσφαζαν και κρεμούσαν τα αμελέτητά τους στον ήλιο για να τα κάνουν μεζέ, ήταν σε δύσκολη θέση. Όλα τους τα τεχνολογικά επιτεύγματα ήταν απλά πολύ λίγα για να τους δώσουν τη νίκη αυτή τη φορά, και ο πάνσοφος αρχηγός το ήξερε.

“Μήτσακλα, έλα λίγο που σε θέλω.”

Ο υπηρέτης άκουσε το τηλεπαθητικό μήνυμα και εμφανίστηκε μπροστά του. Κρατούσε την σιδερένια του βαλίτσα με τις χειροπέδες. Τα μάτια του ήταν κόκκινα από το κλάμα. Ήξερε ότι είχε έρθει η στιγμή. Η αρχαία προφητεία, που ήταν γραμμένη στα Αυστριακά από τον τύπο με το μουστάκι πριν χιλιάδες χρόνια πάνω σε μια γλάστρα με μολόχες, έπρεπε να εκπληρωθεί. Δηλαδής ήταν η Everlasting Μολόχα, το σύμβολο του πολιτισμού τους. Όχι, δεν υπάρχει κανένα λάθος στην σύνταξη.

“Μήτσακλα, είναι η ώρα να γράψουμε ιστορία. Μετά από αυτό θα μεταμορφωθούμε σε ένα είδος που θα είναι γνωστό ως κατσαρίδες. Τουλάχιστον θα τρώω ότι γουστάρω. Εκτός από αγγούρι. Δεν μου αρέσει.”

Οι Βλιμαβλίμα θέριζαν των στρατό των Ατλάντων. Η θηριωδία ήταν απίστευτη. Σε τρεις ώρες, κάθε άμυνα είχε καταρρεύσει. Η Πρωτεύουσα Του Κόσμου, όπως την αποκαλούσαν οι τότε λόγιοι, το Απάτητο Μαργαριτάρι Της Βόρειας Θάλασσας, είχε κυριευθεί.

Ο Μήτσακλας ανοίγει την βαλίτσα και αποχωρεί ενώ πρώτα είπε τις γνωστές μαλακίες. Ξέρεις, “τιμή μου που σας υπηρέτησα” και φιφιές.

Ο βασιλιάς παίρνει το μαγικό κερί και το ανάβει με τον Bic του, το τελευταίο αντικείμενο που είχε απομείνει από την αρχαία εποχή. Μαζί με ένα ξυραφάκι και μια χρησιμοποιημένη καπότα. Από την καπότα μπόρεσαν και έφτιαξαν κάτι ζωάκια που όταν δεν είχαν τι να κάνουν σκοτωνόταν μεταξύ τους.
Κατεβάζει το εσώρουχό του. Κατεβάζει και το μποξεράκι με τον Αστερίξ. Λέει μια προσευχή. Και αμόλησε την καλούμπα.

Και όλα εξαφανίστηκαν. χωρίς θόρυβο, χωρίς φωτιά, χωρίς καπνούς, χωρίς αίμα, χωρίς δάκρυα, χωρίς ιδρώτα, μόνο με Johnson’s Baby Shampoo.

Μόνο θάλασσα.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Αμμούδα σε λέω

Αυγούστου 29 , 2007 · 3 σχόλια

Φέτο, έκανα παπάρια διακοπές. Επίσης, παπάρια μύρισα τη θάλασσα. Ούτε σεξ ον δε μπιτς έκανα. Δηλαδής παπάρια σεξ ον δε μπιτς.

Το μυαλό του ανθρώπου όμως είναι περίεργο. Και το δικό μου ειδικά, που είναι στην ουσία μαρμελάδα και το κρανίο γύρω γύρω παίζει τον ρόλο του βάζου, είναι ακόμη πιο περίεργο. Άρχισε να μου παίζει άσχημα παιχνίδια, που μετά από μια σύντομη σύσκεψη με τον άλλο μου εαυτό, τον Θανασάκη, αποφάσισα ότι ήταν διαμαρτυρία για την έλλειψη διακοπών και για το ότι συνεχής μου έγνοια είναι η δουλειά.

Και ποιος ήταν αυτός ο τρόπος; Όνειρα. Πολλά όνειρα, απανωτά, σε ρυθμούς πολυβόλου, τρομακτικά, από αυτά που βλέπουν τα παιδάκια, με μπαμπούλες, τέρατα και γυμνόστηθες.
Το ένα, το οποίο ήταν το πιο τρομακτικό και συνάμα κλαψομούνικο, πήγαινε κάπως έτσι :

Ήμανε στο Πεζό και οδηγούσα. Οδηγούσα ώρες ατελείωτες. Ήμουν μόνος. Ή μήπως ήμανε μόνος; Κοιτούσα μια το ρολόι, μια τον δρόμο και το στερεοφωνικό έπαιζε συνέχεια το ίδιο τραγούδι, χωρίς να κάνει όμως λούπες. Έντρομος παρατήρησα ότι η ώρα δεν άλλαζε, το τοπίο στον δρόμο δεν άλλαζε και ο χιλιομετρητής του κάρου μου έμενε σταθερός, δηλαδή δεν άλλαζε. Μα δεν άλλαζε σε λέω.

Άρχισα να ουρλιάζω. Δυνατά, από τα βάθη της ψυχής μου, δονήθηκε κάθε κύτταρό μου.
Τότε ακούστηκε ένα ΜΠΑΜ. Ο ουρανός έγινε γκρίζος και ο ουρανός του μηχανακίου στράβωσε. Όταν λέμε στράβωσε έγινε για πέταμα.
Ακτίνες λέιζερ αρχίζουν να κόβουν τον ουρανό. Και ΤΣΟΥΠ, πηδάνε μέσα κίτρινα πραματάκια, με μεγάλα αυτιά και τεράστιες μπυροκοιλιές. Αυτό το συμπέρανα από τα πράσινα αλουμινένια κουτάκια που κρατούσαν και γράφανε “Χάινεκουν” (δεν κάνω διαφήμιση). Ρε πούστη, αυτές οι πολυεθνικές είναι παντού.

Αφού αυτά τα πλασματάκια με περικύκλωσαν, άρχισαν να μου μιλάνε σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη. Ήταν πολύ περίεργη. Απόκοσμη. Τελικά ευτυχώς που πετάχτηκε ο Θανασάκης και μου είπε ότι ήταν Ολλανδικά. Και τότε μου είπανε τα εξής :

“Είμαστε οι Ιερολοχίτες από τον πλανήτη Kourkoubini. Είμαστε οι φύλακες των διακοπών στον γαλαξία τούτο. Το τραγούδι δεν τελειώνει ποτέ γιατί είναι το “Ατελείωτο Μαγικό Τραγούδι”, το πρώτο δείγμα ότι ερχόμαστε. Το λέμε γιατί καταλάβαμε ότι απορείς. Για να μην τα πολυλογούμε, είμαστε κάτι σαν τις Ερινύες. Δεν πήγες διακοπές; Ε τη γάμησες. Θα το ακούς συνέχεια στην τηλεόραση, θα το διαβάζεις στα λάιφ στάιλ περιοδικά, στις εφημερίδες, στο ιντερνέτ, και ουχί ίντερνετ, στις αφίσες στον δρόμο…ΕΙΣΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ. ΜΠΟΥΥΥΥΥΥΥ. ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑΑΑΑΑ. ΜΠΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥ.”

“Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να γλυτώσω; Πώς θα επέλθει η κάθαρσις;”

“Είναι απλό. Κλείσε την τηλεόραση και διάβασε κάνα βιβλίο. Και επίσης μπορείς να μας μπουγελώσεις, βραχυκυκλώνουμε.”

Τότε, αρπάζω το μπουκάλι με το νερό που είχε πιάσει πρασινάδα από την πολυκαιρία και τα μπουγελώνω. Άρχισαν να κυλιούνται στο πάτωμα του τρένου και να κρατάνε την κοιλιά τους από τα γέλια. Την μπυροκοιλιά τους συγκεκριμένα.

“Μα πόσο ηλίθιοι είστε εσείς οι γήινοι… Όποτε κάνουμε αυτήν την πλάκα πιάνει…Χωρίς μαλακίες τώρα, επειδή είσαι ΈΛληνας και αποκλείεται να μην ανοίξεις τηλεόραση και κανένα παλιοπεριοδικό, δεν μπορείς να γλυτώσεις από εμάς.”

Είχα μείνει με το στόμα ανοικτό. Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αρχίσω να παραπονιέμαι -αυτή τη στιγμή περνάει ο αδερφός μου από πάνω και τραγουδάει ένα πράμα που λέει θα είπες ότι θα ήσουνα πιστή αλλά είχες εραστή και κάτι τέτοιες μαλακίες. Φανταστείτε πόσο σοβαρή επιχείρηση είμαστε- ΤΣΑΚ, εξαφανίστηκαν.

Ξύπνησα καταϊδρωμένος. Αλλά όλα μπήκαν σε σειρά. Κατάλαβα από που προερχόταν αυτές οι φωνές στο κεφάλι μου. Η θεια μου η Βερυκοκούλα δεν ήταν στα αλήθεια θεια μου…Ήταν…φοβάμαι ακόμη και να το πω…Εξωγήινη…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο γάτος

Αυγούστου 24 , 2007 · Γράψτε ένα σχόλιο

Η γιαγιά καθόταν στο σκαμνάκι και τηγάνιζε κολοκυθοκεφτέδες στο πετρογκάζ. Ο τόπος είχε γεμίσει λάδια, αλλά αυτή καθόταν χαμογελαστή και πάλευε με το πιρούνι να μην της αρπάξουν.
Το ραδιόφωνο έπαιζε Afghan Whigs, μεγάλη της αγάπη από τότε που ακολουθούσε το alternative ρεύμα στις αρχές του ‘90.

Όλοι στο χωριό αναρωτιόταν από που ξεφύτρωσε αυτή η γριούλα, γύρω στο 1995. Ήταν καλοκαίρι, και ο δάσκαλος είχε πάρει επιτέλους την πολυπόθητη απόσπαση και αποφάσισε να ξενοικιάσει το σπίτι, το οποίο ανήκε σε έναν ελληνοαμερικάνο ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί ποτέ. Υπήρχαν διάφοροι μύθοι γύρω από το πρόσωπό του, όπως το ότι ζούσε στο Μπαγκλαντές και κυνηγούσε ρινόκερους. Οι ρινόκεροι ,σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, φτιάχνουν πολύ ωραία σούπα. Συγκεκριμένα ψαρόσουπα.

Αφού την έκανε ο δάσκαλος με ελαφρά, στο σπίτι βρέθηκε η γιαγιά αυτή. Μαυροφορεμένη, με προφορά περίεργη, μια κόκκινη βαλίτσα με ροδάκια και ακουστικά στα αυτιά. “Μάλλον είναι βαρήκοη”, ψιθυριζόταν.

Τον πρώτο καιρό δεν της μιλούσε κανείς. Όλοι την φοβόταν γιατί από το σπίτι της έβγαιναν καπνοί και ακουγόταν μια περίεργη μουσική. Ξυπνούσε στις τέσσερις τα χαράματα, και έπαιρνε σβάρνα τους χωματόδρομους και χανόταν μέσα στα καλαμπόκια.
“Τζασλή, ε τζασλή”, την κορόιδευαν καθώς περνούσαν από δίπλα της με τα φορτηγάκια των 35.000€. Αυτή απλά χαμογελούσε και τους χαιρετούσε με το μεσαίο της δάκτυλο.

Αυτό γινόταν για δύο χρόνια. Μια μέρα το ποδήλατο του ταχυδρόμου σταμάτησε έξω από το σπίτι της. Ο ταχυδρόμος ήταν μια περίεργη φιγούρα, θα μπορούσα να πω μυστηριακή. Γλυκομίλητος, δεν ήξερε κανένας πως τον λένε, από που είναι, που μένει και πως είναι δυνατόν να κάνει ποδήλατο μέσα στη κάψα χωρίς να λαχανιάζει και να ιδρώνει. Από την τσάντα του έβγαζε πάντα δροσερό παγωτό για τα παιδάκια, δώρο.
Ο ταχυδρόμος μπαίνει στην αυλή και χτυπάει την καμπανούλα. Ανοίγει η γερόντισσα που μόλις τον βλέπει αρχίζει να γελά δυνατά. Ήταν ένα γέλιο παρανοϊκό, τρομακτικό. Της δίνει ένα πακέτο.

Η γιαγιά κλείστηκε πέντε μέρες στο σπίτι και δεν βγήκε ούτε για κατούρημα. Η τουαλέτα ήταν παλιού στυλ, στην άλλη άκρη της αυλής. Μια φορά την είχε πιάσει κόψιμο και είχε γίνει το σπίτι κώλος. Ο ταχυδρόμος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Ο αντικαταστάτης του είπε ότι βγήκε στη σύνταξη. Άσχετα με το αν έμοιαζε τριάντα. Ο αντικαταστάτης. Ε;

Το πέμπτο βράδυ φαινόταν μπλε αναλαμπές από τα παράθυρα. Η κυρά-Σούλα ήταν έξω και έψαχνε τον γάτο της. Όταν έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς και είδε αυτό το θέαμα, πήγε σπίτι και πήρε τηλέφωνο την Μάρα Μεϊμαρίδου να της πει τι να κάνει. Φυσικά εκείνη της είπε αγοράσει το νέο τεύχος του “Ksekolopolitan” που δίνει δώρο τη νέα της ταρώ τράπουλα.

Την άλλη μέρα η γιαγιά βγήκε από το σπίτι κατάκοπη. Πήγε στο παντοπωλείο να αγοράσει μορταδέλα. Και τότε για πρώτη φορά μίλησε στην κόρη του ιδιοκτήτη.
Της είπε για το νησί, που καταστράφηκε από τον πόλεμο. Για τον άντρα της που χάθηκε όταν βομβαρδίστηκε η βάρκα τους. Τα χρόνια της μοναξιάς, τον Τζακ, τον τουρίστα από την Αγγλία που τον φιλοξενούσε σπίτι της για να βγάλει κάνα φράγκο για να επιβιώσει. Μίλησε για τον έρωτά τους, την ζωντάνια που της έδωσε και το πόσο την αγάπησε. Και τότε έπεσε εκείνο το ρημάδι το μανταρίνι από το δέντρο.

Το κοριτσάκι το πιάσανε τα κλάματα και φώναζε τη μαμά του. Είχε φρικάρει. Η γιαγιά ατάραχη πήρε εκτός από τη μορταδέλα και μια γατοτροφή και έφυγε.
Στην πόρτα της περίμενε ένας γάτος. Σιαμέζος. Η γιαγιά χαμογέλασε.
“Ξέρεις τι πεθύμησα πιο πολύ όλα αυτά τα χρόνια να φάω; Τους κολοκυθοκεφτέδες σου.”

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο παρφουμαρισμένος μονόφθαλμος γίγαντας

Αυγούστου 9 , 2007 · 2 σχόλια

Ο υπεραιωνόβιος γέροντας σήκωσε το ποτηράκι του καφέ με προσοχή. Το έφερε στα χείλη του. Η σκιά του πλατάνου στην πλατεία του χωριού του είχε σταθεί πιστός σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια.

Τότε περνάει με ταχύτητα ένα μαύρο Άουντι και ο οδηγός του φωνάζει:
“Γειααααααά σου ρε μπάρμπααααα.”

Ο γέροντας καθώς συνέχιζε προσεκτικά την κίνηση ψέλλισε:
“Να σου πέσει το πουλί που θα με πεις εμένα μπάρμπα.”
Και τότες τραβάει μια ρουφηξιά από το καφεδάκι που το έφτιαξε με τόσο μεράκι ο Τάκης, το πιστό του λαμπραντόρ. Μετά σκάει ένα χαμόγελο. Μάλλον θα θυμόταν τις εποχές που σηκωνόταν και το δικό του το πουλί. Μετά συνοφρυώνεται. Μάλλον θα θυμήθηκε το ότι έφυγε νύχτα από το προηγούμενό του χωριό στις Βαυαρικές Άλπεις γιατί σκότωσε τις πέντε πιο παραγωγικές αγελάδες του χωριού. “Πολλαπλές διεισδύσεις με τη χρήση λιπαντικού, πιθανότατα έξτρα παρθένου ελαιολάδου” , έγραφε ο ιατροδικαστής.

Τόσα χρόνια δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατό να είναι ένα ελαιόλαδο έξτρα παρθένο. Και ο παππούς μου είχε ελιές και εγώ τις έχω ακόμα. Και σκαμπάζω και δύο πράματα από γεωργική. Αλλά αυτό το έξτρα με μπερδεύει. Δηλαδής μια κοπελίτσα πριν κάνει σεξ είναι έξτρα παρθένα ή σκέτη παρθένα; Εγώ τότες ήμουν έξτρα παρθένος και μετά έγινα σκέτος και μετά καθόλου; Ή δεν ήμουν ποτές έξτρα; Ή παρθένος; Της γιαγιάς τους το βρακολάστιχο.

Το Άουντι σταμάτησε καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα πιο πέρα. Ήταν ο Τριαντάφυλλος, ο κρεοπώλης του Άνω Τυρόγαλου. Ψηλός, με γκρίζους κροτάφους, αρρενωπός και ματσωμένος. Δεν τον φωνάζαν άδικα “Λουί ντε Φινέ”.

Πάει στην μπάρα και βγάζει τα τσιγάρα του. Gauloises μπλε. “Ταιριάζουν με τον επαναστατικό μου χαρακτήρα”, έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε πόσο κάνει η συκωταριά. Παραγγέλνει μία τεκίλα κίτρινη, χωρίς φέτα πορτοκάλι γιατί είναι εκτός εποχής. Την πίνει.
Ο κόσμος τριγύρω άρχισε να πυκνώνει. Ο ιδιοκτήτης, ο Δημήτρης, ήταν πολύ χαρούμενος που το μαγαζί του τελικά έπιασε. Είχε ρίξει σε αυτό όλες του τις οικονομίες. Δηλαδής ότι είχε αρπάξει από την χήρα που της πουλούσε έρωτα.

Ο Δημήτρης ήταν καλό παιδί. Γόνος καλής οικογενείας, αλλά εκείνος ο Σάκης ρε παιδί μου τον κατέστρεψε. Ο Σάκης ήταν ο ρούμεϊτ στο πανεπιστήμιο. Πίνανε δηλαδής μαζί Captain Morgan. Ε και τότε κάηκε το μυαλό του. Αφού το περισσευούμενο αίμα έπρεπε να διοχετευθεί κάπου, έγινε υπερδραστήριο ένα άλλο μέρος του σώματός του. Τότες έγινε ζιγκολό και έσκαγε μπάφους. Δεν συνεχίζω άλλο γιατί αυτές οι ιστορίες είναι κλόπι-ράιτ και ξέρει ακόμα και η κουτσή Μαρία-η γιαγιά μου εν προκειμένω- τι γίνεται.

Το πως αποφάσισε να ανοίξει μπιτσόμπαρο δεν το γνωρίζω. Πάντως ξέρω πως έκλεισε. Τον πήρε ο ύπνος με τον μπάφο στο χέρι και έπεσε η κάφτρα μέσα στην βότκα που του έστειλε ο Σάκης από την Ρωσία με αγάπη. Η βότκα άρπαξε και το ποτήρι έσπασε από τη θερμοκρασία. Η φωτιά απλώθηκε στα πλαϊνά που ήταν φτιαγμένα από ψάθα. Ο Δημήτρης ξύπνησε και μέσα στη μαστούρα του πήγε να σβήσει τη φωτιά με μπύρες. Ευτυχώς που ήταν εκεί η Κατερίνα, που είχε πιει πριν καμιά δεκαριά μπύρες. Τελικά το μπαρ σώθηκε χάρη στις προσπάθειες της κοπέλας. Τι φούσκα πρέπει να είχε… Αλλά μετά από δύο μέρες έπεσε ένα φλεγόμενο κουκουνάρι από την φωτιά στο Κάτω Κουκουρικοχώρι και του γάμησε τα πρέκια.

Ο Τριαντάφυλλος είχε μπανίσει εκεί μια σερβιτόρα, πολύ ωραία κοπελίτσα, πρόσχαρη και προικισμένη. Και πήγαινε κάθε μέρα εκεί για να την βλέπει. Αλλά ούτε που τολμούσε να της μιλήσει. Βασικά όλοι οι φλώροι σαν εμένα αυτό κάνουν. Λες και δεν υπάρχουν στον κόσμο άλλες κοπέλες. Μίλα ρε ηλίθιε.

Ξαφνικά νιώθει μια παγωμάρα στον σβέρκο του η οποία εξαπλωνόταν ταχύτατα σε όλο του το κορμί. “Πεθαίνω”, αναφώνησε, και έπεσε από το σκαμπό.
Σε λίγο ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη σερβιτόρα από πάνω του. Εκείνος της χαμογελάει γλυκά.
“Μα τι φλώρος είσαι εσύ μωρ’ αδερφάκι μου, έπεσε πάνω σου ένα ποτήρι κρύο νερό και έκανες σα να έπεσε καμιά βόμβα. Βλαμμένε.”

Και τότες ο Τριαντάφυλλος είδε το φως. Ερωτεύτηκε ακόμα πιο σφόδρα. Συνέχισε να πηγαίνει στο μπιτσόμπαρο, πήγαινε κάτω από το σπίτι της και έκανε καντάδες με το καινούριο του Kenwood XXL1821+23/54. Κάθε βράδυ στις 12 τις έβαζε το νούμερο 3 από το “The super duper trance guide for noobs, volume 43″.

Το δέκατο έκτο βράδυ, βγήκε η οπτασία του στο μπαλκόνι. Εκείνος αναθάρρησε.
“Έχω δύο εισιτήρια για το electro deep gia deep house prog alternative πάρτυ στο club “Ο Λευκός Καρχαρίας και τα Καρχαριόπουλα”. Θέλεις να πάμε;” του λέει.

Ο υπεραιωνόβιος γέροντας σήκωσε το ποτηράκι του καφέ με προσοχή. Το έφερε στα χείλη του. Η σκιά του πλατάνου στην πλατεία του χωριού του είχε σταθεί πιστός σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια.

Τότε περνάει με ταχύτητα ένα μαύρο Άουντι και ο οδηγός του φωνάζει:
“Γειααααααά σου ρε μπάρμπααααα.”

“Δεν πιάσαν οι κατάρες μου για τον πατέρα σου βρωμόπαιδο.”
Και τότες τραβάει μια ρουφηξιά από το καφεδάκι που το έφτιαξε με τόσο μεράκι ο Τάκης ΙV, το πιστό του λαμπραντόρ.

Και τότε χαμογέλασε. Το λαμπραντόρ ντε.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Στάνταρ

Αυγούστου 3 , 2007 · Γράψτε ένα σχόλιο

Το μεσημέρι έβαλα την ταμπελίτσα και ανέβηκα στο σπίτι για να φάω. Ανοίγω ΝΕΤ. Τροχαία ατυχήματα.
“Ρε γαμώτο, αυτό είναι κοντά στο χωριό μας.”
Ανοίγω την ένταση.
Προλαβαίνω να δω ένα σμπαραλιασμένο Πεζό 206, ασημί.
“Λες να είναι κανένας δικός μας; Μπα…..”

Κατεβαίνω ξανά κάτω μετά από ένα μισάωρο, βγάζω την ταμπελίτσα,ανοίγω την πόρτα.

Χτυπάει τηλέφωνο.

“Ο Αντώνης μάλλον τράκαρε.”

Το μυαλό θολώνει. Ο Αντώνης που έλεγε ότι θα πάει να κοιμηθεί στη θάλασσα, η κοπελίτσα εκεί, το δρομολόγιο, το ασημί αυτοκίνητο.

Το σουβενίρ του από το τελευταίο μου ταξίδι είναι ακόμη στο ράφι μου, περιμένει να βρεθούμε για μπύρες και να τα πούμε.

Ρε Αντώνη, έχει γυναίκες εκεί πάνω.
Στάνταρ σε λέω.
Στάνταρ.

Κατηγορίες: Uncategorized