Ο υπερήλικος μονάρχης πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στην αίθουσα του θρόνου. Στο μυαλό του στροβιλιζόταν διάφορα σχέδια για την απόκρουση των εισβολέων.
Η μαγική σφαίρα ήταν γυρισμένη στον ΣΚΑΪ, όπου είχε έκτακτο δελτίο πολέμου. Οι ορδές των βαρβάρων είχαν αρχίσει να πλησιάζουν επικίνδυνα. Κάτι έπρεπε να γίνει.
Τότε μπήκε μέσα ο στρατηγός αλαφιασμένος. Προφανώς οι ενισχύσεις δεν θα έρθουν ποτέ. Ο βασιλιάς έσκυψε το κεφάλι.
Άνοιξε ξανά η πόρτα και μπήκε μέσα το Αριέλ, το μικρό γοργόνι, το ερμαφρόδιτο παιδί του.
“Μπαμπά,μπαμπάκα, τι γίνεται; Θα μας παλουκώσουν οι εχθροί;”
“Εσύ παιδί μου και να παλουκωθείς δεν θα πάθεις τίποτα, ότι ήταν να πάθεις το έπαθες.”
Ανοίγει τη μαγική πύλη και τηλεμεταφέρεται στο παρατηρητήριο, στον αρχαίο πύργο του Άτλαντα, του προπάτορα του γένους τους. Η πεδιάδα είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ήταν τα χρώματα του αρχέγονου εχθρού τους, των Βλιμαβλίμα…
Ήταν φοβερά εξοπλισμένοι. Η τεχνολογία των Θεών της Χαμένης Θερμοκοιτίδας τους είχε κάνει πανίσχυρους. Οι Άτλαντες, που για χιλιάδες χρόνια τους έσφαζαν και κρεμούσαν τα αμελέτητά τους στον ήλιο για να τα κάνουν μεζέ, ήταν σε δύσκολη θέση. Όλα τους τα τεχνολογικά επιτεύγματα ήταν απλά πολύ λίγα για να τους δώσουν τη νίκη αυτή τη φορά, και ο πάνσοφος αρχηγός το ήξερε.
“Μήτσακλα, έλα λίγο που σε θέλω.”
Ο υπηρέτης άκουσε το τηλεπαθητικό μήνυμα και εμφανίστηκε μπροστά του. Κρατούσε την σιδερένια του βαλίτσα με τις χειροπέδες. Τα μάτια του ήταν κόκκινα από το κλάμα. Ήξερε ότι είχε έρθει η στιγμή. Η αρχαία προφητεία, που ήταν γραμμένη στα Αυστριακά από τον τύπο με το μουστάκι πριν χιλιάδες χρόνια πάνω σε μια γλάστρα με μολόχες, έπρεπε να εκπληρωθεί. Δηλαδής ήταν η Everlasting Μολόχα, το σύμβολο του πολιτισμού τους. Όχι, δεν υπάρχει κανένα λάθος στην σύνταξη.
“Μήτσακλα, είναι η ώρα να γράψουμε ιστορία. Μετά από αυτό θα μεταμορφωθούμε σε ένα είδος που θα είναι γνωστό ως κατσαρίδες. Τουλάχιστον θα τρώω ότι γουστάρω. Εκτός από αγγούρι. Δεν μου αρέσει.”
Οι Βλιμαβλίμα θέριζαν των στρατό των Ατλάντων. Η θηριωδία ήταν απίστευτη. Σε τρεις ώρες, κάθε άμυνα είχε καταρρεύσει. Η Πρωτεύουσα Του Κόσμου, όπως την αποκαλούσαν οι τότε λόγιοι, το Απάτητο Μαργαριτάρι Της Βόρειας Θάλασσας, είχε κυριευθεί.
Ο Μήτσακλας ανοίγει την βαλίτσα και αποχωρεί ενώ πρώτα είπε τις γνωστές μαλακίες. Ξέρεις, “τιμή μου που σας υπηρέτησα” και φιφιές.
Ο βασιλιάς παίρνει το μαγικό κερί και το ανάβει με τον Bic του, το τελευταίο αντικείμενο που είχε απομείνει από την αρχαία εποχή. Μαζί με ένα ξυραφάκι και μια χρησιμοποιημένη καπότα. Από την καπότα μπόρεσαν και έφτιαξαν κάτι ζωάκια που όταν δεν είχαν τι να κάνουν σκοτωνόταν μεταξύ τους.
Κατεβάζει το εσώρουχό του. Κατεβάζει και το μποξεράκι με τον Αστερίξ. Λέει μια προσευχή. Και αμόλησε την καλούμπα.
Και όλα εξαφανίστηκαν. χωρίς θόρυβο, χωρίς φωτιά, χωρίς καπνούς, χωρίς αίμα, χωρίς δάκρυα, χωρίς ιδρώτα, μόνο με Johnson’s Baby Shampoo.
Μόνο θάλασσα.