ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Σεπτεμβρίου 2007

Ο σιτοβολώνας

Σεπτεμβρίου 27 , 2007 · 9 σχόλια

Το παρακάτω κείμενο είναι σοβαρό. Θα σας ανοίξω την καρδιά μου. Είναι εξομολόγηση, είναι έρωτας βοριάς ,είναι σεξ με μάλτιπλ πάρτνερς.Είναι μπίζνες πλαν και συνάμα ποίημα. Είναι τσάμικο χορεμένο στην πλατεία του χωριού, είναι τανγκό στο Αρτζεντίνα.

Σε γενικές γραμμές, φαίνομαι ήσυχος τύπος. Λιγάκι κακομοιριασμένος, γερασμένος πριν την ώρα μου, κοντός, χοντρός, αλλά μαμουχαλούλης. Φοράω και μια τραγιάσκα για να κρύβω την φαλάκρα μου. Και μια κουκούλα για να κρύβω τις ελιές στη μάπα μου.

Μια φορά όταν ήμουν μικρός, η μάνα μου μου είχε κάνει δώρο μια μπλούζα Λακόστ με λουυλουδάκια, εμπριμέ. Και εγώ την φόρεσα όλος χαρά και πήγα στο πάρτυ της από πάνω, της μικρής Σουλίτσας. Και αυτή με κορόιδευε. Και με κορόιδευε για τα λουλουδάκια. Συνέχεια. Εγώ θυμωμένος έφυγα, πήγα στο σπίτι μου και την έσκισα. Την έκανα πατσαβούρα για να σκουπίζω τα νερά στο μπάνιο.

Όλα αυτά μου έχουν δημιουργήσει κόμπλεξ, τα οποία εκφράζονται με την μορφή της μεγαλομανίας. Θέλω να είμαι αρχηγός. Αλλά όχι απλά αρχηγός…Θέλω να αποκτήσω πιστούς οπαδούς που θα πεθαίνουν για μένα. Που θα με δοξάζουν στον αιώνα τον άπαντα, ως άλλο Βραχμαπούτρα. Που θα τους λέω “γύρο”, και θα μου φέρνουν ένα γυράδικο ολόκληρο. Που θα τους λέω “φθηνό σεξ” και θα μου φέρνουν μια φουσκωτή κούκλα στο άψε σβήσε.

Το έχω σχεδιάσει πάρα πολύ καλά. Θα ιδρύσω την “Οργάνωση για την Διατήρηση του Μεταθανάτιου Λίπους” (ΟγτΔτΜΛ εν συντομία). Η βασική αρχή θα είναι μία: θα τρεφόμαστε μόνο με κρέας και με γαλακτοκομικά προϊόντα. Θα γίνουμε ο διάολος δηλαδής του βετζετέριαν και του βέγκαν. Δηλαδής θα είμαστε οι σατανάδες της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξης πραγμάτων. Δηλαδής λέω.

Κάθε βδομάδα, θα σφάζουμε δύο βόδια (κανονικά, όχι θυσίες και μαλακίες, να πέσει κανά αστροπελέκι να μας κάψει; Με τους παλιούς και εδραιωμένους δεν τα βάζουμε), και θα στήνουμε ένα τεράστιο τραπέζι. Θα τρώμε και θα πίνουμε ώσπου να σκάσουμε. Και μετά για χώνεψη, θα πίνουμε και σφηνάκια γάλα βουβάλας. Αυτό θα είναι το τελετουργικό μας, και εγώ θα είμαι ο Μέγας Αρχιερέας.

Θα με καλούν στα παράθυρα, θα με βλέπουν τα παιδάκια, οι γονείς, οι παππούδες. Θα γίνω το φόβητρο των συντηρητικών, ο τρόμος κάθε γονιού, ο αντίπαλος κάθε γυμναστή, ο νέος Χέλμουτ Κολ.

Από το πολύ το μπούρου μπούρου θα έρθουν σε εμένα. Θα τους τραβήξει το μοντέλο που θα έχω ως συνοδό, ενώ εγώ θα φοράω κουκούλα αλά Κλουν Κλουξ Πλατς. Θα πάρω τηλέφωνο εκείνη την ξανθιά από το Nip/Tuck. M’ αρέσει πολύ.

Όταν μαζευτούμε πολλές, θα τους ρίξω σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα τους έχω να δουλεύουν μέρα νύχτα. Θα τους ψοφήσω στην αγγαρεία. Θα τους βάλω να μου κτίσουν τέσσερις βίλες και μια βιλίτσα. Και τον Βίλι από την Μάγια την μέλισσα, η οποία μάλλον έχει πάθει το “σύνδρομο κατάρρευσης κυψέλης”. Ακόμα και οι αρρώστιες έγιναν new age γαμώτη μου.

Τα συνθήματά μας θα είναι τα εξής: α) Τρως, πίνεις, κλάνεις, δεν έχεις φόβο να πεθάνεις.
β) Βήχω, κλάνω, δυο δουλειές κάνω.

Όταν ο καιρός, ο οποίος είναι εγγύς, θα έρθει, θα τους οργανώσω σαν στράτευμα. Θα τους φορέσω ροζ στολές παραλλαγής με ένα τεράστιο D στο στέρνο. Θα τους αμολήσω στο Άινταχο, γιατί ακούγεται ωραία, όπως ακούγεται ωραία και ο “Όπτιμους Πράιμ” όπως σας έχω ξαναπεί, και άμα βάλω ακόμα ένα κόμμα σε αυτήν την πρόταση θα μπλέξω τελείως τα μπούτια μου τα τροφαντά.

Πάνω κάτω, θα χρειαστώ τέσσερα χρόνια ώσπου να έχω τέσσερα εκατομμύρια οπαδούς. Τότε λέω να βγω στην σύνταξη. Τέσσερα εκατομμύρια πελάτες για έναν κτηνοτρόφο καλά δεν είναι;

Όταν θα με πιάσουν και θα με δικάσουν για μονοπώλιο, θα οργανώσω από το κελί 33 μια μαζική αυτοκτονία, μέσω ίντερνετ. Τότε θα δούνε την πραγματική μου δύναμη και θα με ελευθερώσουν γιατί θα τους απειλώ ότι ανά πάσα στιγμή μπορώ να ξαναοργανώσω ένα ίδιο νταβαντούρι.

Μόλις βγω από την στενή, θα με πατήσει αυτοκίνητο, γιατί θα έχω κάνει πολλά κακά και υπάρχει θεία δίκη. Τι να κάνεις, αυτά έχει η επιχειρηματικότητα…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ιστορίες από την κρύπτη του μάγειρα

Σεπτεμβρίου 22 , 2007 · 7 σχόλια

Όταν ήμουν στον στρατό, με είχανε σε ένα φυλάκιο, πάνω στην Πάτρα, φιλούσα με πάθος τα σύνορα μην μας κάνει ντου κανένας Ιταλιάνος φασίστας. Τελικά δεν μας έκανε ντου κανένας. Μόνο κάτι μαυρούληδες που έβγαιναν λαθραία από τα φέρυ μποτ και εμείς κάναμε τα στραβά μάτια.

Στη μονάδα έκανα παρέα με ένα πολύ καλό παιδί, τον Τζόνι. Τον φωνάζαμε έτσι γιατί ζούσε στην Αμερική και ήρθε να κάνει το καθήκον του. Για την μαμά Πατρίδα ρε γαμώτο.

Ο Τζόνι μου έβαλε στο μυαλό την ξενιτειά. Στο αμέρικα ,μου έλεγε, έχουν ροκενρόλ, μεγάλα αυτοκίνητα με μεγάλα πίσω καθίσματα, ντράιβ-ιν (το “ιν” είναι γιατί κάτι εισέρχεται), γαλόνια αντί για λίτρα, μιλάνε με το σαγόνι σαν ξεβιδωμένο, έχουν καλωδιακή, γαμάτα πανεπιστήμια και, το καλύτερο απ’όλα, εκείνα τα ρολς με κριμ τσιζ. Άλλο πράμα. Εγώ ένιωθα σαν μαλάκας γιατί το πιο μακρινό μέρος που έχω πάει είναι το Χονγκ Κονγκ, όπου κυνηγούσα τον Κινγκ Κονγκ με τον Φιλέα Φο(ν)γκ.

Στην σκοπιά, άρχισα να το σκέφτομαι σοβαρά. Στην Ελλάδα δεν με περίμενε τίποτα μετά το φανταριλίκι. Άρχισα να σκέφτομαι τον εαυτό μου αγρότη να σπέρνω στάρι στη Νεμπράσκα. Δεν μου φαινόταν άσχημο. Θα έπαιρνα και μια τρακτεράρα και θα ήμουν βασιλιάς. Χλίδα.

Μετά από λίγες μέρες άλλαξα γνώμη γιατί κατάλαβα ότι δεν είχα τα λεφτά για να αγοράσω, όχι το τρακτέρ, αλλά ούτε τα εισιτήρια για εκεί.

Με τον Τζόνι πίναμε μαζί μπύρες, λέγαμε για τις πρώην (δύο αυτός, μισή εγώ) και τρώγαμε πιτόγυρα. Ήταν μια πολύ ωραία εποχή. Περνούσαμε ωραία εκτός από την ώρα της σκοπιάς.
Η σκοπιά μας ήταν περιμετρικά μια αποθήκης, η οποία ήταν μισό μέτρο κάτω από το έδαφος. Δεν ξέραμε τι είχε μέσα, κάτι ακουγόταν πως ο ταξίαρχος έκρυβε μέσα πυραύλους Τόμαχωκ για το πραξικόπημα που ετοίμαζε.

Αυτή η αποθήκη ήταν περίπου τριάντα ετών. Διάβαζες την ηλικία της στους σοβάδες της, στα τούβλα της. Αυτά τα τριάντα χρόνια, πάντα μα πάντα, δίπλα της υπήρχε ένας φανταράκος που την πρόσεχε. Και αυτός ο φανταράκος εκείνες τις δύο ώρες ένιωθε απύθμενη μοναξιά. Αλλά η αποθήκη, πάντα μα πάντα, είχε παρέα. Πρέπει να ήταν το πιο ευτυχισμένο κτίριο στον κόσμο. Και γι’αυτό την ζήλευα.

Όταν απολύθηκα, έψαξα να βρω δουλειά. Δούλεψα ένα φεγγάρι στο Μινιόν και μετά στο Λαφαγιέτ. Πολύ ευχάριστες εργασιακές εμπειρίες και οι δύο. Αλλά δε με γέμιζαν.
Ένα βράδυ, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν μια φωνή γνώριμη, αλλά και απροσδιόριστη ταυτόχρονα. Μου είπε με επιβλητικό τόνο να συναντηθούμε στο ροκάδικο της γειτονιάς μου.

Όταν μπήκα μέσα, διέκρινα την επιβλητική φιγούρα του ταξιάρχου. Το αίμα μου πάγωσε. Σκέφτηκα ότι θα θέλουν πίσω τις πυτζάμες. Και το πολυεργαλείο. Και εκείνον τον υπολογιστή που κατά λάθος πήρα από το γραφείο της γραμματέως του. Και εκείνα τα καλάσνικοφ.

Όταν άρχισε να μου λέει κάτι πίπες για έναν επαναστατικό στρατό, ησύχασα. Αλλά άρχισε να μου πιπιλάει το μυαλό σαν μπαϊσέξουαλ που ρουφάει τον λαιμό του εραστή του για να ζηλέψει η γκόμενά του. Και τότε, έτσι, από πίκα, από βλακεία, πες το όπως θέλεις, δέχτηκα.

Η προετοιμασία πάνω στο βουνό, στο Κιλιμάντζαρο, ήταν δύσκολη. Χιόνια, κρύο, γάγγραινες, λύκοι. Εκεί έχασα το ένα μου πόδι. Πιάστηκε σε μια παγίδα για αρκούδες. Δοκιμάσαμε να το βρούμε αλλά είχε εξαφανιστεί. Αλλά επειδής είμαι ατρόμητος, συνέχισα. Έγινα καπετανέος και με την πλάβα μου οδηγούσα τον αγώνα κατά του βασιλιά, μέσα στους βάλτους, τα κουνούπια και τα μπρόκολα.

Ένα βράδυ, εκεί που προσπαθούσα να κοιμηθώ, άκουσα ένα πλατς. Δεν έδωσα σημασία, νόμισα ότι ήταν βατράχι. Τελικά ήταν ο κυβερνητικός στρατός που μας είχε περικυκλώσει αθόρυβα. Μας καθάρισαν όλους και τους βαριά τραυματίες όπως εμένα, τους πήγανε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί μας κάνανε ένα σωρό βασανιστήρια. Αν δεν ήταν η εκπαίδευση του Μινιόν, θα τα είχα κακαρώσει.

Τελικά το πραξικόπημά μας απέτυχε. Ο ταξίαρχος κρεμάστηκε. Εμένα μου κόψανε και το άλλο πόδι. Και τον αντίχειρα.

Κουλός και χωρίς πόδια όπως προείπα, η ζωή μου φαινόταν τελειωμένη. Απ ‘ότι έχω καταλάβει έως σήμερα δεν φαινόταν απλά. Ήταν και είναι ακόμα. Κατάντησα ένας απόκληρος της κοινωνίας, και όπου με βλέπουν μου πετάνε γιαούρτια και με φτύνουν. Ευτυχώς που τα κυπελλάκια είναι πλαστικά πλέον και γλύτωσα από τα πολλά καρούμπαλα που πάθαινα παλιότερα.

Σαν την τεχνολογία και το κεζάπι δεν έχει.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Το φως του κόσμου #1

Σεπτεμβρίου 13 , 2007 · 10 σχόλια

Πριν σαρανταπέντε χρόνια, κολυμπούσα μέσα σε μια κοιλιά και κρυφάκουγα τι λέγανε για μένα οι απέξω, αλλά άκουγα και αυτά που δεν θέλανε να τα ακούσει κανείς. Για παράδειγμα, έτσι ξέρω πως ο θείος ο Γιάννης απατούσε από τότε την θεία Μαίρη. Για όλους το διαζύγιο είχε έρθει σαν κεραυνός εν αιθρία. Εγώ δεν περίμενα ποτέ ότι η θεία θα τον χώριζε. Φαινόταν να τον έχει ανάγκη. Αλλά μετά από το κλάδεμα τον λιόδεντρων, και ειδικά μετά από την Τετάρτη, δεκαέξι του μηνού πρέπει να ήτανε, η θεία πετούσε σε πελάγη ευτυχίας. Μετά ένα μήνα την έκανε με τον Ισπανό που είχε προσλάβει για το κλάδεμα. Τώρα μένουν κάπου στην Βαρκελώνη και τρώνε τάπας και κοτόπουλα στο Λος Καρακόλες.

Επίσης ξέρω ότι το περιμένανε να βγω ζαβό. Ρε παιδιά, σαν τον Ρόρι Γκάλαχερ δεν έχει. Τελικά διέψευσα κάθε τους προσδοκία και βγήκα πιο ηλίθιος και από χελώνα των Γκαλάπαγκος.

Όταν γεννήθηκα, πάνω από την οικοδομή μας ήρθε και στρώθηκε ένα άστρο. Δείγμα ότι το σύμπαν περίμενε την άφιξή μου, ή μάλλον καλύτερα, ότι έφτασα στο τέλος της αρχής του αέναου αυτού ταξιδιού που λέγεται ζωή. Ο πατέρας μου που έχει μια τάση να ασχολείται με τα υπερφυσικά, τις θρησκείες και τα γιουεφόοοου, χάθηκε για τέσσερις μέρες στο υπόγειο και έψαχνε τα βιβλία του για να βρει ποιος αστερισμός ήταν αυτός. Λιποθύμησε, μάλλον από την πρώτη μέρα, από τις αναθυμιάσεις του καυστήρα του καλοριφέρ. Τον βρήκε η διαχειρίστρια όταν πήγε να επιβλέψει το συνεργείο που έβαζε πετρέλαιο. Όμως την προηγούμενη μέρα είχε Ευαγγελάτο, και έτσι ο λογαριασμός ήταν 103.000 δραχμές λιγότερος.

Μόλις έβγαλα το κεφάλι μου στον μάταιο τούτο κόσμο, καραγούσταρα. Η νοσοκόμα ήταν μια μελαχρινή κουκλάρα 1,70 και φορούσε νούμερο 3. Ο νοσοκόμος από την άλλη ήταν τάπας και κακάσχημος. “Ποιότητα ΑΑΑ και ανταγωνισμός μηδέν, καλά θα περάσουμε σε αυτόν τον κόσμο, όχι όπως τότε που ήμουν κατσίκα στο Περού και μου τον φόραγε ο Φαχίτο.”

Με φασκιώσανε, με σταυρώσανε, και με ακούμπησαν σε ένα κρεβατάκι. Μετά από δύο μέρες, είχα γίνει ο ηγέτης των βρεφών του θαλάμου. Τους μιλούσα για πράματα που δεν είχαν ακούσει ποτές. Για βότκα αντί για γάλα, για φυστίκια αντί για κρέμες, για μποξεράκια αντί για πάνες και για Men’s Health αντί για παραμύθια. Σε επτά μέρες το μαιευτήριο είχε καταληφθεί και το σύνολο των αιτημάτων μπορούσε να χωρέσει στην φράση “Γυναίκες, βαράκια και γαμάτα μποξεράκια”. Τελικά η εξέγερση τελείωσε όταν η μαμά του Σάκη που ζύγιζε 17 κιλά -ο Σάκης ζύγιζε 17 κιλα, φανταστείτε η μάνα του- έκανε ντου και μας έκανε μαύρους στο ξύλο. Ειδικά εμένα με εξόρισαν στην ταράτσα, σε μια λιώμενη κατασκευή όπου έλιωνα από την ζέστα.

Οι δικοί μου αφού παρατήρησαν τις ηγετικές μου ικανότητες και τις γνώσεις μου, αποφάσισαν να με γράψουν σε ένα ειδικό σχολείο για παιδιά τζιμάνια. Τα πήγαινα μια χαρά, ώσπου γνώρισα την Χαρούλα. Με τα κοτσιδάκια της, τα ναζάκια της, το τατουάζ “Kill the witch” πάνω από τον ποπό, τον ωραίο της στρωτό λόγο. Και κόλλησα. Την σκεφτόμουν συνέχεια. Στον ύπνο μου, τον ξύπνιο μου, όταν διάβαζα, όταν έπαιζα WoW, όταν ήμουν στην δουλειά, όταν άκουγα μουσική, όταν έβγαινα με την άλλη την πατσαβούρα.

Τελικά τα φτιάξαμε. Και περνούσαμε τέλεια. Ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής μου. Σάμερ οφ ‘69. Για μένα γράφτηκε αυτό το τραγούδι.

Μετά όμως έγινε το κακό. Η Χαρούλα μετακόμισε. Χωρίς να πει τίποτα, ούτε μια λέξη. Την έψαχνα χρόνια. Ευτυχώς υπάρχει αυτή η άγια γυναίκα, η Αγγελική η Νικολούλη και μου είπε ότι ο πατέρας της Χαρούλας είναι διπλωμάτης και ότι μετακόμισαν στο Άμστερνταμ. Όμως εγώ όλα αυτά τα χρόνια ήμουν σαν λοβοτομημένος. Αποχάζεψα τελείως και όλα μου τα ταλέντα και οι γνώσεις έγιναν τόσο παρωχημένα που ακόμα και ο παππούς μου ήξερε πιο πολλά για την πιάτσα και οι πύρινοί μου λόγοι δεν συγκινούσαν ούτε κατσαρίδα.

Πήρα το πρώτο τσάρτερ και έψαξα να την βρω. Τριγυρνούσα στα στενά σοκάκια της Ολλανδικής πρωτεύουσας, αλλά μάταια. Τελικά έμαθα ότι ζούσαν σε ένα περίχωρο. Αυτό όμως το έμαθα αφού είχα γυρίσει. Για να μην τα πολυλογώ, δεν την ξεπέρασα ποτέ. Ακόμη την σκέφτομαι. Την είδα χθες βράδυ στον ύπνο μου. Με φίλησε στο μάγουλο. Και τότε χάθηκε.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Το γεράκι και η γερακίνα

Σεπτεμβρίου 9 , 2007 · 3 σχόλια

UPDATE: Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε υπό την επήρεια αλκοόλ και θα ήθελα να μην του δώσετε πολύ σημασία. Απλά επειδή δεν συνηθίζω να σβήνω κείμενα θα το αφήσω, μνεία στην βλακεία μου.

Ο περήφανος αετός πετούσε στον καταγάλανο ουρανό. Με την απίστευτη για τα ανθρώπινα δεδομένα όραση του σάρωνε το έδαφος για το επόμενο θύμα του.
Ο Αμπντούλης προχωρούσε μέρες μέσα στην ατελείωτη έρημο. Προσπαθούσε να βρει μια όαση για να ξεδιψάσει και για να ξεκουράσει το αλαβάστρινο κορμί του. Μάταια όμως. Τις τελευταίες εκατόν εξήντα μέρες έπινε νερό από ένα παγούρι που του είχε δώσει η μάνα του. Ήταν το παγούρι της φυλής του. Κληροδότημα από τον πρώτο μάγο που είχε καταφέρει να γιατρέψει την μάστιγα που τους ταλαιπωρούσε για αιώνες. Τη δίψα.

Ο αετός τον εντόπισε. 47 μοίρες βορειοανατολικά. Σβήνει τα φώτα για να μην γίνει αντιληπτός και ξεκινάει. Η τύχη του είχε χαμογελάσει. Επιτέλους.
Όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο περίγελος του σμήνους. Το πιο μεγάλο θήραμά του ήταν μια μπεκάτσα. Για να καταλάβεις, μια μπεκάτσα είναι σαν σαλάτα. Λες ότι χορταίνεις μόνο όταν είσαι σε δίαιτα. Και πάλι ξέρεις ότι λες ψέματα.

Προσπερνάει τον ραδιοφάρο και συνεχίζει ακάθεκτος.
“Σε θέλω, με θέλεις, γιατί να το σκεφτόμαστε,σε…”, χτυπάει το καινούριο του κινητό. Ήταν το αίσθημα. Ένιωθε τυχερός που μπόρεσε να τη βρει γιατί όλες του τις γκόμενες του τις έτρωγαν άλλοι που έπιαναν μεγαλύτερα θηράματα. Την Σουλάρα την είχε χάσει από έναν που είχε πιάσει έναν ελέφαντα. Και μια καμηλοπάρδαλη. Επειδή είμαι μεθυσμένος θα σταματήσω να γράφω τώρα και θα συνεχίσω αύριο.

Το Άλτερ βάζει πολύ ωραίες ταινίες. Είχε χθες μία με κάτι τυφώνες. Τα εφέ ήταν μάπα. Οι ερμηνείες ήταν μάπα. Η πλοκή ήταν μάπα. Αλλά η τύπισσα που δούλευε για τους κακούς ήταν απίστευτη. Οπότε το βαθμολογώ με 10/10.

Άρχισε να διακρίνει τον Αμπντούλη στο βάθος. Και εκεί που άρχισε τις διαδικασίες προσέγγισης, βγαίνει από τον βυθό το υποβρύχιο DOM-757 και τον κάνει ψητή πουλάδα με μουστάρδα και τηγανητές πατάτες. Ο αυτόματος βραχίονας αρπάζει τον ήρωά μας -πριν ήρωάς μας ήταν ο αετός, αλλά επειδή τον έφαγα έμεινε μόνο ο άλλος- και τον χώνει σε μια καταπακτή.

Ζαλισμένος κοιτάζει γύρω γύρω. Από τα φινιστρίνια έβλεπε να περνάνε διάφορα τροπικά ψάρια και σκορπιοί. Σε μια στιγμή νόμισε ότι είδε και μια βακτριανή καμήλα. Σπάνιο είδος που ζει μόνο σε μεγάλα βάθη και ζευγαρώνει με γιγάντια καλαμάρια του είδους Architethys Bloumbloum. Καρπός του όλο πάθους έρωτά τους είναι οι ιππόκαμποι.

Ο καπετάνιος ανοίγει την πόρτα και αρχίζει να του λέει κάτι ακαταλαβίστικα για πειρατές, για το παγούρι και για μια τύπισσα που γνώρισε όταν ήταν ακόμα μούτσος και κλέφτηκαν. Το όνομά της άρχιζε νομίζω από βήτα.

Όταν ο Αμπντούλης τόλμησε να πει ότι δεν κατάλαβε τίποτα, ο καπετάνιος άρχισε να τον μαστιγώνει με την ζώνη του. Έτσουζε λίγο αλλά του άρεσε.
Τυφλός από τα αίματα, τον παρακαλούσε να σταματήσει. Αλλά ο καπετάνιος τον χαβά του. Οπότε το παλληκάρι τα τίναξε.

Ο σημαιοφόρος άρχισε να περιεργάζεται το παγούρι. “Καπετάνιο,νομίζω ότι βρήκαμε αυτό το οποίο ψάχναμε”, είπε με λάγνο ύφος. Πριν καλά καλά τελειώσει τον λόγο του του έπεσε ένας κουβάς στο κεφάλι και τον ξαπόστειλε.

Τις επόμενες μέρες ένας ένας στο πλήρωμα πάθαιναν περίεργα ατυχήματα, με πιο αξιοπερίεργο την αυτοκτονία του β’ μηχανικού, ο οποίος πήδηξε από τον δέκατο έβδομο όροφο του κτιρίου.
Μαγειρίτσα παντού.

Φοβούμενος ο καπετάνιος ότι είχε προκαλέσει την οργή της φυλής του Αμπντούλη, αποφάσισε να πάει και να παραδώσει το παγούρι και να ζητήσει συγχώρεση.

Μετά τρεις ώρες, είχαν φτάσει στον καταυλισμό τους.

-Ω μεγάλε ηγέτη, ήρθα να εξιλεωθώ για τον θάνατο του Αμπντούλη.
-Ποιος είναι ο Αμπντούλης ωρέ ζαβό;
-Το παιδί της φυλής σας που κρατούσε στα χέρια του το μαγικό σας παγούρι, το οποίο θέλω να σας το παραδώσω.
-Ρε Σουλτάνα, έχουμε εμείς κανένα μαγικό παγούρι;
-Όχι άντρα μου, η διπλανή φυλή έχει ένα τέτοιο.
-Φοβάμαι φίλε μου ότι έκανες λάθος. Αλλά δεν πειράζει. Είμαστε τυχεροί που σε έχουμε κοντά μας. Θα καθίσεις για μεσημεριανό;
-Με μεγάλη μου χαρά.

Όλα αυτά τα χρόνια θαλασσοδαρσίματος του είχανε δώσει μια γεύση αλμυρή αλλά πολύ νόστιμη.
Μαζί με το μπασμάτι ήταν μούρλια.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Aida: Τέλος #2

Σεπτεμβρίου 6 , 2007 · 1 σχόλιο

Προχθές πήγα και είδα όπερα. Αλήθεια σε λέω. Αφού ανήκω σε αυτήν την συνομοταξία των δηθενιάρηδων κουλτουριαραίων, πρέπει να τα παρακολουθώ αυτά. Αύριο θα πάω σε ένα μεταλάδικο που γίνεται της μουρλής το πανηγύρι και μεθαύριο σε ένα πιατάδικο. Το πρόγραμμα έχει βγει και δεν αλλάζει με τίποτα.

Όπως έλεγα λοιπόν, είμαι πολύ αφάν γκατέ και οτ κουτούρ τυπάκι, όταν πηγαίνω στην τουαλέτα σέρνω μαζί μου το New Yorker. Είμαι συνδρομητής από το 1987, και έχω ίσα με 8 ράφια τεύχη. Μια μέρα κάθισα και έβγαλα πόσες ώρες μου πήρε να τα διαβάσω όλα αυτά. Κανονικά, με μέσους όρους, τυπικές αποκλίσεις και ANOVA. Ε και από τότες έγινα δυστυχισμένος γιατί έχω περάσει τέσσερα χρόνια της ζωής μου καθήμενος. Χώρια τις καθαριότητες γιατί δεν μου περισσεύει χέρι.

Πέρα από τις βλακείες, η όπερα μ’άρεσε πάρα πολύ. Όταν πήγα έλεγα “πω ρε πούστη, δεν έχω κάνει και λατινικά-ή ιταλικά, που να καταλάβω;- στο σχολείο.”
Αλλά ευτυχώς υπάρχει οθόνη με τη μετάφραση. Επίσης ο κόσμος ήταν καμιά εξακοσαριά άτομα. Μπορεί και κανά δυο χιλιάδες, αλλά το νόημα είναι άλλο. Οι συντελεστές ήταν καμιά κατοσταριά άτομα. Και μιλάμε μόνο αυτά που φαινόταν. Πώς διάολο θρέφονται αυτοί;

Στο δεύτερο μέρος με έπιασε μια ψιλοβαρεμάρα. Η πλοκή ήταν λιγάκι, πώς να το πω χωρίς να προσβάλλω το φιλαράκι μου τον Τζουζέπε που την έγραψε…ρηχή.
Τότες αποφάσισα να γράψω ένα εναλλακτικό φινάλε. Δηλαδή το παρακάτω.

Υπόμνημα:
-Όλες οι λέξεις εννοείται ότι είναι μακρόσυρτες. Π.χ.: Αγάπη=Αγααάπηηηηηη. Και αυτό διότι είμαστε σε όπερα. Αυτό είναι το νόημα. Αλλιώς να πήγαινες κινηματόγραφο.
-Το μουσικό μέρος θα το βρείτε στα καταστήματα “Domino’s pizza”.
-Διψάω.

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

-Ω μεγάλε Φθα σε επικαλούμαστε. Δώσε μας τη φώτισή σου για να δικάσουμε σωστά τον Ρανταμές.
-Εγώ λέω να τον σκοτώσουμε. Αυτό θέλουν οι θεοί. Ω ναι σοφέ μου βασιλιά.
-Ε αφού αυτό θέλουν οι θεοί,ας τον σκοτώσουμε.
-Ω μεγάλε Φθα, το ξέρω ότι δεν είναι αυτή η θέλησή σου. Σώσε με σε παρακαλώ.

Και τότε σκάει μύτη ο Φθα, ο από ελικοπτέρου θεός. Σηκώνει τα χέρια του και πλακώνει το ιερατείο και τον βασιλιά στα αστροπελέκια. Το ελικόπτερο όμως μπλέκεται στα καλώδια της ηλεκτρικής καρέκλας και αρχίζει να χάνει ύψος. Ο Φθα όμως δεν ταράζεται, χτυπάει μια μπύρα και βάζει μπροστά τον βενζινοκινητήρα.
Το ελικόπτερο καταφέρνει τελικά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Πηδάει πάνω και ο Ρανταμές και πάνε να βρούνε την Αΐντα.
Πετάνε για πολλές ώρες μέσα στην έρημο-εδώ θα είναι λίγο βαρετά ώσπου να βρω κάτι να το γεμίσω, ίσως κανά σεξάκι του Φθα με καμιά νύμφη και το ελικόπτερο στον αυτόματο πιλότο- και ψάχνουνε για την Αΐντα.
Τελικά την βρίσκουν να πίνει νερό από έναν νερόλακκο μαζί με ένα βόδι.

-Ε μαυρούλα, θέλεις να σε πετάξω κάπου;
-Α να χαθείς να χάνεσαι, ανόητε.
-Βρε μωρό μου, εγώ είμαι, ο Ρανταμές, η αγάπη σου.
-(Όχι ρε πούστη, την γλύτωσε; Και πως θα παντρευτώ εγώ τον Χαράλαμπο τώρα;)
-Τι είπες αγάπη μου, δεν σε ακούω, κάνει πολυ θόρυβο αυτός ο διάολος.
-Τίποτα, τίποτα, έρχομαι.

Από τότε παντρευτήκανε και η Αΐντα ζει δυστυχισμένη.

Η υπόλοιπη ιστορία υπάρχει στο άλλο κομμάτι της τετραλογίας, τις “Καρακάξες”. Εκεί η Αΐντα μαχαιρώνει τον Ρανταμές και τρέχει γυμνή στο δάσος. Τα υπόλοιπα αν παραγγείλετε τέσσερις πίτσες. Θα σας το κάνω δώρο βρε κουτά.

Κατηγορίες: Σαβούρια