ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Οκτωβρίου 2007

Το κλωνοποιημένο γιαούρτι-Τhe Nebraska Trilogy: part II

Οκτωβρίου 30 , 2007 · 19 σχόλια

Ο βάναυσος ήχος του ξυπνητηριού της τρυπούσε κάθε πρωί τα αυτιά. Αλλά δεν τον άλλαζε, έτσι από πίκα στον ίδιο της τον εαυτό.

Παίρνει ένα μεγάλο ποτήρι. Τρεις καφέ, μία ζάχαρη, λίγο νερό, καλό χτύπημα, δύο Depon Maximum μέσα-, κι’ άλλο νερό. Ήταν το λεγόμενο “αντίδοτο”, μια συνταγή που περνάει από γιαγιά σε μάνα και από μάνα σε κόρη. Ανασταίνει ελέφαντα.

Τον τελευταίο καιρό το είχε ανάγκη. Από τότε που την άφησε ο άνδρας της, είχε περάσει πολλές δυσκολίες.
Είχε πάει έξω να αγοράσει Καρέλια. “Αν αργήσω κοιμήσου”, της είχε πει. Άργησε.
Την άλλη μέρα ήταν άφαντος. Το μόνο που είχε αφήσει πίσω ήταν ένα σημείωμα στον καθρέπτη του μπάνιου.

“Είσαι πολύ καλή για να πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Σ’αγαπώ. Domino.”

Δεν κατάλαβε ποτέ τι είχε γίνει, γιατί έφυγε. Ίσως σχετιζόταν με τα αγρογλυφικά που είχαν ανακαλύψει τις προηγούμενες μέρες στα κτήματά τους.

Από τότε πάλευε μόνη της να μεγαλώσει τα δίδυμα και να διαχειριστεί τα 35.390 στρέμματα που της ανήκαν πλέον εξ’ ολοκλήρου, εκεί, στην καρδιά της Νεμπράσκας. “Νεμπράσκας”, και ουχί “Νεμπράσκα”.

Με τα χρόνια αποδείχτηκε ότι τα κατάφερνε πολύ καλά. Τα δίδυμα μεγάλωναν ευτυχισμένα και όλα τους πηγαίναν καλά. Φυσικά πάντα τους έλειπε ο πατέρας τους, για τον οποίο δεν έλεγαν ποτέ κακό λόγο. Ήξεραν ότι για να τους αφήσει συνέβαινε κάτι πολύ σημαντικό.

Τα δίδυμα, ο Μάικ και η Μικέλα, ήταν όμοια σαν δύο σταγόνες νερό. Αν έβαζες μια περούκα με μακριά μαλλιά στον Μάικ, εκτός από το ότι θα έμοιαζε σαν τραβεστί, θα ήταν και ολόιδιος με την Μικέλα.

Μεταξύ τους είχανε μια πολύ δυνατή σχέση. Πάντα καταλάβαιναν τι έτρεχε, τι απασχολούσε το αδέρφι τους, και προσπαθούσαν να κάνουν τα πάντα για να το διορθώσουν. Ήταν ο ένας ο φύλακας άγγελος του άλλου.

Τα παιδιά μεγάλωσαν. Πήραν αυτοκίνητα. Ο Μάικ μια Κάντιλακ, μαύρη, σαν την διάθεσή του. Η Μικέλα, που ήταν πιο τσαπερδόνα, πήρε μία ροζ Mustang. Όλη την ημέρα δούλευαν στα κτήματα.

Η μάνα τους, από την στενοχώρια και από την μοναξιά, πέθανε. Είχε κάνει ότι καλύτερο μπορούσε, αλλά δεν άντεξε άλλο. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια ήταν και μάνα και πατέρας.

Τα δίδυμα βρέθηκαν ξαφνικά ακόμα πιο μόνα.

Τα βράδια, που η μοναξιά τους γινόταν ακόμη πιο έντονη, ανέβαιναν πάνω στα κεραμίδια και χάζευαν τα φώτα της Ομάχα, που φεγγοβολούσε στο βάθος. Αν ήταν τυχεροί, έβλεπαν και προσγειώσεις ούφο στα χωράφια τους.

Αυτό τους είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και άρχισαν να το ψάχνουν. Πίστευαν ότι συνδεόταν με την εξαφάνιση του πατέρα τους. Φώναξαν τους Φόλντερ και Σπάλι, δύο πράκτορες του FBI, για να τους βοηθήσουν. Το μόνο που κατάφεραν να βρουν ήταν ότι κάτω από τα κτήματά τους υπάρχει ένας αρχαίος ναός, ενός λαού ο οποίος έχει εξαφανιστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η ενέργεια που εκπέμπει ελκύει τα ούφο και κάνει τις καλλιέργειες να αναπτύσσονται γρηγορότερα.

Δαπάνησαν πολύ χρόνο και χρήμα σε αυτήν την υπόθεση. Αποφάσισαν να την αφήσουν για ένα διάστημα. Ερχόταν αλωνισμός και θα είχανε πολύ δουλειά.

Η στοίβα με τα άχυρα ήταν τεράστια. Πανύψηλη. Η σκιά της τις απογευματινές ώρες, όταν ο ουρανός παίρνει εκείνο το μπουρδελί χρώμα, έφτανε τα δύο χιλιόμετρα μήκος.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο παπάς και το καρότσι-The Nebraska Trilogy: part I

Οκτωβρίου 26 , 2007 · 14 σχόλια

Η στοίβα με τα άχυρα ήταν τεράστια. Πανύψηλη. Η σκιά της τις απογευματινές ώρες, όταν ο ουρανός παίρνει εκείνο το μπουρδελί χρώμα, έφτανε τα δύο χιλιόμετρα μήκος.

Εκεί πάνω καθόταν εκείνα τα βράδια, και ατένιζε τις ατελείωτες φυτείες καλαμποκιού, σταριού και κάστανου. Πολλές φορές, είχε μαζί του και το λάπτοπ και σερφάριζε στο ιντερνέτι.

Τις τελευταίες μέρες φερόταν περίεργα. Είχε κλειστεί στον εαυτό του. Όλη μέρα έμπαινε σε αυτά τα δίκτυα που γνωρίζεις άλλους και ανταλλάσσεις φωτογραφίες. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν λίγο, μιλούσε λίγο. Τα βράδια έπαιρνε την Κάντιλακ και διέσχιζε την μισή πολιτεία της Νεμπράσκα για να φτάσει στην Ομάχα. Το πού ακριβώς πήγαινε και τι έκανε ήταν μυστήριο.

Η αδερφή του είχε παρατηρήσει την συμπεριφορά του. Και είχε αποφασίσει να τον ακολουθήσει.

Κατά τις δέκα, ο αδερφός της πήρε την το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Από πίσω πήγε και αυτή, με την Mustang του 1817. Απίστευτο μοντέλο, χειροποίητο, όλα του τα εξαρτηματάκια ήταν στερεωμένα στις θέσεις τους με αλευρόκολλα. Ποιότητα, όχι αστεία.

Τα δύο αυτοκίνητα, το ένα πίσω από το άλλο, ρουφούσαν τα χιλιόμετρα του αυτοκινητοδρόμου. Σε τρεις ώρες ήταν έξω από ένα λαϊβάδικο. “The double natured gorgoni”. Όπως στον αρχαίο μύθο.

Μπαίνει ο αδερφός πρώτος μέσα. Πάει στο μπαρ. Παραγγέλνει ένα τζιν σπράιτ. Κάθεται στο σκαμπό. Φαίνεται να περιμένει κάτι.
Η αδερφή μπαίνει στο πλήθος για να μην φαίνεται, αλλά παρατηρεί προσεκτικά τις κινήσεις του. Στην σκηνή βρισκόταν η αειθαλής Verikokoula και η μπάντα της, οι Slowburners. Έπαιζαν ένα κράμα post progressive americana με progressive και punk στοιχεία.

Ξάφνου, εμφανίζεται μια κοπελίτσα σαν τα κρύα τα νερά, και μιλάει με τον αδερφό. Φεύγουν μαζί. Τους ακολουθεί. Προχωρούσαν στα στενά δρομάκια της Ομάχα. Στο πιο σκοτεινό απ’ όλα, σταματάνε. Η σίστα κρύβεται πίσω από ένα καπάκι ενός τενεκεδένιου κάδου.

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, έγινε ωμό σεξ. Της μουρλής το πανηγύρι. Η σαν τα κρύα τα νερά αποδείχτηκε θερμική στροβιλομηχανή.

Όταν τελείωσαν, φιλήθηκαν σταυρωτά, και της φώναξε ταξί. Μετά περπάτησε ως την Κάντιλακ και γύρισε σπίτι.

Η σίστερ σκεφτόταν ότι δεν μπορεί να γινόταν μονάχα αυτό. Και τα μυστικά τηλέφωνα; Και το αίμα στα ρούχα του; Το χυμένο κρασί στο παντελόνι του; Οι κουτσουλιές στο αυτοκίνητό του; Διψούσε για απαντήσεις. Αποφάσισε να τις βρει.

Τον ακολουθούσε για τα επόμενα 23 βράδια. Κάθε φορά γινόταν το ίδιο πράμα. Το 24 βράδυ θα ήταν και το τελευταίο.

Το ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τον δρόμο και έκανε την άσχημη γκρίζα άσφαλτο να μοιάζει με ασημένια κλωστή που κρατάει την γη ώστε να μην σχιστεί. Οι μικροί λυκάνθρωποι ούρλιαζαν στην άκρη του δρόμου, θέλοντας να λυτρωθούν από το μαρτύριό τους, περιμένοντας ένα συννεφάκι να καλύψει στην σελήνη που συμβόλιζε τις αμαρτίες τους.

Φτάνουνε.
Ποτό.
Κοπελίτσα σαν τα κρύα τα νερά. Η ίδια.
Περπάτημα.
Δρομάκι.
Σεξ.
Αίμα.
Κυνόδοντες.
Τσίχλα για να πέσει το ph.

Οσμίζεται άνθρωπο. Γυρνάει το κεφάλι. Παρατηρεί προσεκτικά. Οι φουσκωτές τις μπούκλες την πρόδωσαν. Αρχίζει να τρέχει. Φωνάζει για βοήθεια. Αλλά δεν υπάρχει κανένας. Καλά ε, πολύ μίνιμαλ περιγραφή, γουστάρω.

Μετά από ένα φοβερό κυνηγητό, την αρπάζει με τα στιβαρά του μπράτσα. Το ιδρωμένο του στήθος ανεβοκατεβαίνει γρήγορα. Φτύνει την τσίχλα. Ανοίγει το στόμα.

Σύννεφο.

Ο αδερφός λιποθύμησε. Το κρατάει ανάμεσα στα χέρια της και κλαίει. Βαλάντωσε στο κλάμα. Ποτάμι. Αφού ο Μισισιπής φούσκωσε και η πόλη έγινε σαν το Άμστερνταμ.

Τον βάζει στο αυτοκίνητό της. Τον πηγαίνει σπίτι. Τον αλυσοδένει και περιμένει ξάγρυπνη την αυγή.
Κατά τις έξι-επτά το πρωί, χτυπάει το κουδούνι. Ήταν ο παπάς της ενορίας.

“Καλημέρα τέκνον μου. Είδα σήμερα στο όνειρό μου ότι με χρειάζεσαι.”
Η κοπέλα έμεινε έκπληκτη.
“Περάστε μέσα πάτερ.”

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο ζωγράφος της αυγής

Οκτωβρίου 19 , 2007 · 11 σχόλια

Το μαύρο Πεζό μάζευε χιλιόμετρα στον αυτοκινητόδρομο. Η διαδρομή Τουλούζη-Παρίσι είναι αρκετά μεγάλη. Ο επιθεωρητής Λουί Παστέρ άκουγε Stone Roses στο εμπιτρί. Αυτό το έκανε μόνο όταν ήταν μόνος γιατί οι συνάδελφοί του τον έβριζαν που άκουγε πράματα του σατανά, δηλαδή των Άγγλων.

“Ευτυχώς το μετέτρεψα και καίει βιοκαύσιμα, είναι πολύ οικονομικό.”
Ως γνωστόν είναι πιο οικονομικό να καις βιοντίζελ. Η ψυχή του παιδιού που του παίρνεις το φαΐ και το καις δεν μετράει.

Έφτασε στα περίχωρα του Παρισιού. Εκεί, θα συναντούσε τον Παριζιάνο συνάδελφό του, να του δώσει πληροφορίες σχετικές με την δολοφονία ενός χάσκι που έχασκε.
Περίμενε κάτω από μια γέφυρα. Βγάζει τα Καρέλια φίλτρο από την τσέπη και τα σπίρτα. Καθώς άναβε το τσιγάρο, ακούει από μακρυά το αγαπημένο του νανούρισμα. Το έπαιζε το μουσικό κουτί που του είχε κάνει δώρο η θεία του η Βερυκοκούλα και πήγαινε κάπως έτσι :

Έλα στο κρεβάτι/να γίνει πανικός/να ξυπνήσουμε την γειτονιά/με αναμμένο φως/…σόλο κλαρίνο…/αλλά πρόσεξε μην ξυπνήσει/από πάνω ο υδραυλικός.” Παρατηρήσατε πιστεύω την ασυνέπεια των στίχων. Η δημοτική ποίηση πολλές φορές είναι έτσι, τι να κάνουμε. Αλλά αυτό είναι που την κάνει και τόσο μαγική…Ω ναι…

Ώσπου να γυρίσει το κεφάλι να δει από που ακουγόταν αυτή η θεσπέσια μελωδία, πρόλαβε να δει μόνο τον όμορφο ποπό μιας Κάντιλακ που επιτάχυνε ιλιγγιωδώς.
Ταράχτηκε, και άναψε και δεύτερο τσιγάρο.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο Παριζιάνος συνάδελφος. Κλασικός Σουηδός, μελαμψός και με κελεμπία. Του δίνει έναν φάκελο, του κάνει ένα νεύμα το οποίο μάλλον σήμαινε αντίο, πίνει μια γουλιά από το αλουμινένιο του κουτάκι και έρχεται το ελικόπτερο να τον πάρει. Σοκολάτα.

Ο Λουί άνοιξε τον φάκελο. Υπήρχε η φωτογραφία ενός τύπου και από κάτω η διεύθυνσή του.
Διαβάζει το όνομά του. Λουί Παστέρ. Μετά διαβάζει το όνομα του τύπου. Σάκης Κόλιαντρος.

Φτάνει στην αναγραφόμενη διεύθυνση. Ο αυτοκινητόδρομος Παρίσι-Γιοχάνεσμπουργκ, έργο ΣΔΙΤ, είχε μειώσει την απόσταση κατά δεκαεπτά ολόκληρα χιλιόμετρα, δηλαδή τρεις μέρες.

Χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγει η πόρτα. “Άιβ μπιν εξπέκτινγκ γιου”, λέει με μπάσα φωνή ο Κόλιαντρος. “Κάθισε”.

Στο κομοδίνο δίπλα υπήρχαν δύο βιβλία. “Τα περιστέρια δεν πετάνε πια” και το “Μουντζουρωμένο Χώμα”. Το πρώτο είναι ένα κοινωνικό δράμα και το δεύτερο οι καλύτερες συνταγές για μελιτζάνες. Με συγγραφέα τον Κόλιαντρο.

“Να από που το ήξερα αυτό το όνομα…”, σκέφτεται ο Λουί.

-Κύριε Κόλιαντρε, ήρθα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις.
-Το ξέρω, το ξέρω…
-Πότε είχατε δει τελευταία φορά το χάσκι;
-Ποιο χάσκι;
-Το δολοφονημένο σκυλί του πρέσβη που μας κακομαθαίνει.
-Δεν είσαι εδώ για το λαθρεμπόριο όπλων από την Τυνησία;
-Πού είναι η Τυνησία;

Ο Λουί του ζήτησε συγγνώμη και έφυγε. Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε φιάσκο.
Καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο, ακούει ξανά το νανούρισμα. Αυτήν την φορά αποφάσισε να ακολουθήσει την Κάντιλακ.

Εδώ πέρα κανονικά ακολουθεί μαι υπεργαμάτη περιγραφή της καταδίωξης, αλλά επειδής το μπάτζετ μας είναι περιορισμένο, την κόψαμε στο μοντάζ. Πουτάνα κενωνία.

Τρία και μισό εν δυο λεπτά αργότερα…

Ο Λουί τρέχει προς την φλεγόμενη Κάντιλακ. Τα ελικόπτερα από πάνω σημαδεύουν με τους τεράστιους προβολείς τους και οι διακόσιοι είκοσι τέσσερις ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούν όποιον τολμά να μπει στην απαγορευμένη ζώνη.

Ανοίγει την πόρτα, και βγάζει τον αναίσθητο άνδρα έξω. Τον βάζει στους ώμους του και αρχίζει να τρέχει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το αυτοκίνητο ανατινάχτηκε. Τα παιδάκια ούρλιαζαν από χαρά, γιατί το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Τύφλα να έχει το Medrano. Μιράκολο, μιράκολο.

Ακουμπά τον άνδρα στη μουσκεμένη κοπριά. Εκείνος συνέρχεται. Ψελλίζει κάποιες λέξεις. “Πίτα γύρο απ’ όλα με ουγγαρέζα…γκουχ….” Και τότε ξεψύχησε.

Ο Λουί βγάζει το τεφτέρι και σημειώνει την παραγγελία. Προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει. Χρησιμοποιεί την ακολουθία Τσοκολάτσι και βγάζει το εξής κρυμμένο μήνυμα :

“Το χάσκι που έχασκε το σκότωσε η νταντά σου…”

Έμεινε κάγκελο. Αυτή η άγια γυναίκα δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν, ούτε μυρμήγκι, πόσο μάλλον ένα χάσκι που έχασκε.

Παίρνει το Πεζό και πηγαίνει στην Τσάινα Τάουν του Λος Άντζελες. Σκοτώνει καμιά δεκαριά Ταϊλανδέζους με τον χαρτοκόπτη του.” Μπααααάνκααααααϊ”, ούρλιαζε σε έξαλλα γιαπωνέζικα.

Χτυπάει το κουδούνι.

Ανοίγει μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Την πυροβολεί.

Φέρνει το πιστόλι του στον κρόταφό του.

Πυροβολεί.

Αλλά τρίχες μπέιμπι, το πιστόλι είχε ήδη αδειάσει…

Από τότε έγινε ο άνθρωπος-σκιά. Αυτός που τον ήξεραν ως “ο μισοαυτοκτονημένος”. Με το ένα πόδι στην ζωή, με το άλλο στον θάνατο. Την μία μέρα έλεγε ανέκδοτα με τους αγγέλους και την άλλη με τον ντιτζέι στο μπαρ που έπινε τζιν σπράιτ.

Ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει ήταν να περιμένει το Τέλος των Ημερών…

Πωπώ, σκιάχτηκα μόνος μου το βλήμα. Τα φοβάμαι κάτι τέτοια περίεργα.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Το σκουπόξυλο του Ταρζάν

Οκτωβρίου 8 , 2007 · 2 σχόλια

Στις Μαλδίβες λοιπόν έμεινα για περίπου ενάμιση χρόνο. Εκεί γέννησα το παιδί μου. Ήταν κοριτσάκι, και την ονόμασα Παρασκευούλα. Σύμφωνα με το “The idiot’s guide to the Chosen Ones”, αυτό είναι το όνομα που πρέπει να έχουν οι θηλυκές εκλεκτές.

Εκεί η Παρασκευούλα πρωτοπερπάτησε, πήγε σχολείο, ερωτεύτηκε, έκανε έρωτα, έσκασε τον πρώτο της μπάφο, χτύπησε τα δάκτυλά της και έγινε το γειτονόπουλο κιμάς. Ε καλά να πάθει, αφού την έπαιρνε μάτι όταν γδυνόταν με ορθάνοιχτη την πόρτα.

Αφού είχαμε πιστέψει όλον αυτόν τον καιρό ότι μας είχανε χάσει οι τύποι που μας κυνηγούσαν από την προηγούμενη ιστορία -δεν την θυμάμαι, το μόνο που θυμάμαι είναι το ότι έγραψα στο τέλος ότι συνεχίζεται, ακόμη και εγώ ο ίδιος θέλω να ξεχάσω τις μαλακίες που γράφω- είχαμε χαλαρώσει πάρα πολύ. Δεν κουβαλούσα πλέον μαζί μου το ούζι και και το φωτόσπαθό μου, ούτε η Παρασκευούλα το μπιμπερό της με το καυτό γάλα φραγκόκοτας.

Ένα βράδυ που κοιμόμασταν, παρατήρησα μια σκιά έξω από το σπίτι. Κοιμάμαι με το ένα μάτι ανοιχτό. Πήρα την πηρούνα που έχω για το κοτόπουλο και βγήκα προσεκτικά και αθόρυβα έξω για να εξουδετερώσω τον αντίπαλο. Και τότε πετιέται από τον παραδιπλανό θάμνο ένας νίντζα ντυμένος στα πορτοκαλί, δηλαδή το χρώμα του τάγματος της Αγριόπαπιας με Μανταρίνια Ογκρατέν.

Ο νίντζα αρχίζει κα πετάει αστράκια το ένα πίσω από το άλλο. Τώρα θυμήθηκα την απίστευτη μεταγλώττιση του Καμπαμαρού νομίζω. “Με χτύπησε με νυχτερίδα”. Όπου νυχτερίδα bat αγγλιστί. Αλλά και ρόπαλο…Επίσης και στον Σερίφη του Διαστήματος “Πάπια” αντί για σκύψε-duck.

Ελισσόμουν συνεχώς σαν το χέλι και σε αυτό με βοηθούσε το κορμί μου το φιδίσιο που ‘ναι μπρος και πίσω ίσιο. Και εκεί που ήμουν στον αέρα σε ένα ανάποδο φλικ φλακ, τον έφτυσα με τρομακτική δύναμη. Και τετέλεσται.

Έφτιαξα τσάτρα πάτρα έξι-επτά βαλίτσες, βούτηξα το μωρό στην αγκαλιά μου και πήρα το πρώτο τσάρτερ της NTUI για Τατζικιστάν. Είναι ο νέος, ανερχόμενος, σούπερ ουάου, πολυ αφάν γκατέ και οτ κουτούρ προορισμός. Τα λασπόλουτρά του με γάλα καμήλας είναι η καλύτερη τουριστική ατραξιόν του και τους μαζεύει συνάλλαγμα με τους κουβάδες. Είχα κάνει αίτηση για regional manager αλλά πήρα τον πούλον. Τα τέσσερα μάστερ μου δεν ήταν αρκετά για τους τσοπανοβοσκούς της στέπας. Ηλίθιοι σοβιετικοί.

Εκεί μας περίμενε ο σύνδεσμός μας. Ένας καταπληκτικός τύπος που έλεγε φοβερά ανέκδοτα. Ειδικά ένα που μας είπε με κάτι τανκς και κάτι μακαρόνια ήταν καταπληκτικό. Ήρθε και μας πήρε με ένα αυτοκίνητο άγνωστης για εμένα μάρκας, Ελέι-Ντιέι. Ήταν φοβερό, χλιδάτο, με τριάντα τέσσερα αεροτσούβαλα και ζώνες ασφαλείας εννιαπλών συνδέσμων. Αν τράκερνες δηλαδή και γλύτωνες, θα καιγόσουν σίγουρα μετά γιατί δεν θα μπορούσες να λυθείς.

Φτάσαμε σε μια παλιά οικοδομή, από αυτές τις τετράγωνες, με τα κόκκινα τούβλα να θυμίζουν παλιές εποχές. Πήραμε τον ανελκυστήρα. Ανάμεσα στον 45ο και 46ο όροφο, ο Τατζίκος σύνδεσμος – εν συντομία Τα.Σ. παρακάτω- πάτησε το στοπ. Εμένα μου πήγε να και σκεφτόμουν πώς θα μεγαλώσω ακόμα ένα παιδί. Τελικά κατάλαβα ότι ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ορόφους υπήρχε μια μυστική πόρτα. Την άνοιξε με κάποια ακαταλαβίστικα λόγια, τα οποία θύμιζαν Γιαπωνέζικα.

-Τι γλώσσα είναι αυτή;
-Γιαπωνέζικα.
-Από ποιον τα έμαθες;
-Από τον Urahara Kisuke.
-Τον εφευρέτη των περτικαλί πευκακίων με άρωμα καρύδας;
-Ναι, αυτόν, τον ξέρεις;
-Όχι.
-Α, καλά.

Το μυστικό δωμάτιο ήταν ένας χώρος εικοσιτριών τετραγωνικών μέτρων, επτά επί επτά.

-Εδώ θα είναι το κρησφύγετο σας για τις επόμενες δέκα μέρες. Δεν μπορώ να σας κρατήσω παραπάνω. Με συγχωρείτε τώρα, πρέπει να φύγω, με περιμένει η μαμάκα μου για φαί.

Ο γεροδεμένος και αιμοδιψής Τας άνοιξε την πόρτα. Αλλά δεν είδε ότι το ασανσέρ έλειπε και έπεσε μέσα στο φρεάτιο. Έσκασε στον πάτο σαν σπανακόπιτα. Μας κόπηκαν τα πόδια. Τι θα κάναμε μόνοι μας εκεί, σε αυτό το άγνωστο και αφιλόξενο μέρος;

Και τότε η Παρασκευούλα έδειξε σημάδια της πραγματικής της δύναμης. Σηκώνει τα χέρια της στο ύψος των ώμων. Μια μπλε αύρα τα καλύπτει. Ξαφνικά, εμφανίζεται ο Τας από την πόρτα, πετούμενος. Η Παρασκευούλα κάνει μια κίνηση με τα χείλη της, σα να του δίνει πνοή. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να βήχει.

Οφείλω να ομολογήσω ότι συνταράχθηκα. Αυτό το παιδί άρχισε να με φοβίζει. Αν και το κάρμα του ήταν λευκό, δείγμα της καλής του ψυχής. Άσχετα που ο πατέρας του, ο Κρίστιαν, παίζει το διαβόλι στις Μάγισσες.

Ο Τας δεν πολυκατάλαβε τι είχε συμβεί, και το μόνο που πρόδιδε το ότι κάτι του είχε συμβεί ήταν ότι είχε ξεχάσει το φαΐ με την μάνα του. Αν θυμόταν το ξύλο που του ρίχνει όποτε δεν πηγαίνει θα έτρεχε δίχως αμφιβολία.

Ο μόνος τρόπος για να γλυτώσετε, είναι να τους καθαρίσουμε όλους. Δεν μπορείτε να κρύβεστε για μια ζωή…”

Ανοίγει μία ντουλάπα. Αποδείχτηκε ότι ήταν πραγματικό οπλοστάσιο. Φωτόσπαθα, μπιμπερό, μπαζούκας, πιπίλες, Λέοπαρντ, ΑΚ47, πινέλα, γιογιό, ένας ταριχευμένος αρουραίος και το λέιζερ όπλο του Voltron 5.

Εξοπλιστήκαμε και αρχίσαμε για την μακρά μας πορεία προς την είσοδο της κοίλης γης. Θα τους κάναμε ντου στην έδρα τους. Περπατούσαμε έξι μέρες και δέκα νύχτες πάνω στα βουνά, μέσα στα χιόνια. Όμως, λες και κάτι μας προστάτευε, δεν πάθαμε τίποτα αν και ήμασταν με ένα χαβανέζικο πουκαμισάκι ο καθένας. Οι δυνάμεις του παιδιού γινόταν ολοένα και πιο ισχυρές.

Όταν φτάσαμε έξω από τις πύλες, ο Τας μίλησε ξανά Γιαπωνέζικα. Ξαφνικά έπεσε πυκνή ομίχλη. Για τα επόμενα δέκα δευτερόλεπτα δεν βλέπαμε τίποτα. Αλλά μόλις ξεκαθάρισε το τοπίο, τον είδαμε. Ήταν ο Νέμεσις και η συνοδεία του. Ο αρχηγός. Η ψυχή. Η συλλογική οντότητα. Το λεγόμενο Κτήνος της Κάτω Γης. Ο φόβος και τρόμος των ανθρώπων, απεικονίζεται σε κάθε μυθολογία σε όλο τον κόσμο. Στο έπος του Γκιλγκαμές, στην Οδύσσεια, στο Τρίτο Στεφάνι.

Επειδή είμαστε και πολύ φοβεροί τύποι, καθαρίσαμε την συνοδεία του αμέσως, μόνο με επτά μπουνιές. Ο Νέμεσις όμως ήταν παντοδύναμος.

Πρώτος, τραυματίστηκα εγώ. Τα χέρια μου ήταν κομμένα και τα γυαλιά ηλίου μου είχαν σπάσει. Τα κατακόκκινα μάτια του μου καίγανε την ψυχή.
Ο Τας, σωστή πολεμική μηχανή, σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Είχε καταφέρει πολλά χτυπήματα στον αντίπαλο αλλά κάποτε θα κουραζόταν και αυτός.
Η Παρασκευούλα δεν συμμετείχε. Είχε κλείσει τα μάτια και έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα.

Ξάφνου, ο Τας εξαντλημένος πέφτει στα γόνατα. Ο Νέμεσις πάει από πάνω του και κάνει να του κόψει το κεφάλι με το Wilkinson ξυραφάκι του.

Αλλά ο ουρανός σχίζεται από μια αστραπή και κόβει το χέρι του Νέμεσις. Η Παρασκευούλα ανοίγει τα μάτια. Χαμογελάει. Είχε επικαλεστεί τον Rayden.

Όλες αυτές τις μαλακίες τις εμπνεύστηκα σήμερα που ήμουν δρομολόγιο και είδα έναν συνάδελφο φορτηγατζή να γράφει στην μετώπη του Volvo του “Rayden”. Φυσικά τον σταμάτησα και τον κέρασα ένα με βραστό λουκάνικο στην επόμενη καντίνα. Για τους ανίδεους, Rayden είναι ο θεός του κεραυνού από το Mortal Combat. Απλά απίστευτο και πιο απίστευτος ο φορτηγατζής που με έκανε να νιώσω νοσταλγία. Συνεχίζω.

Ο Rayden, λουσμένος με ηλεκτρικές εκκενώσεις, ήταν μπροστά μας. Ο αρχαίος φρουρός, που η απόστολή του ήταν μία και μοναδική: να επέμβει όταν του το ζητούσε η, όπως τελικά αποδείχτηκε, Παρασκευούλα.

“Επιτέλους, τόσα εκκατομύρια χρόνια ήθελα να κλωτσήσω αυτόν τον μαδαφάκα”, είπε, και εξαπέλυσε τους κεραυνούς του στον Νέμεσις.

Κάναμε ένα τσιμπούσι μετά καλύτερο και από αυτό που είχαμε κάνει με το κατσικάκι το Πάσχα στο χωριό. Πεντανόστιμος ήταν.

Εκεί που χαιρόμασταν, κάναμε μεγάλη μαλακία και δώσαμε στον Rayden να πιει τσίπουρο. Ήπιε τόσο πολύ που άρχισε να κεραυνοβολεί τα περιστέρια για πλάκα. Τελικά τον σκοτώσαμε για να μην καταλήξουμε και εμείς σαν τον Νέμεσι. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον, αλλά ως γνωστόν οι θεοί δεν σκοτώνονται, οπότε μας έστειλε σούμπιτους στην κόλαση.

Ευτυχώς έχει dsl εδώ και περνάει λίγο η ώρα.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο οπορτουνισμός στον 21ο αιώνα: Θέσεις

Οκτωβρίου 5 , 2007 · 7 σχόλια

Το αυτοκίνητο τον περίμενε κάτω από το σπίτι του. Ένα κουτσουλημένο μαύρο Πεζό 307. Μπαίνει μέσα. Το γενετικά τροποποιημένο περτικαλί πευκάκι με άρωμα καρύδα ευωδιάζει στο εσωτερικό του.

Η καλλιέργεια αυτών των πευκακίων ξεκίνησε στην Ιαπωνία τον 16ο αιώνα από τον Urahara Kisuke. Δεν ήταν περτικαλί αλλά ούτε είχαν άρωμα καρύδα. Απλά τα κρεμούσαν στα αυτοκίνητά τους. Αλλά τον επόμενο αιώνα τα τροποποίησαν και βγήκε το φοβερότερο πράμα όλων των εποχών, καλύτερο και από την μπύρα λένε μερικοί.

Πατάει γκάζι, διασχίζει τη μισή πόλη και παρκάρει σε μια ράμπα αναπήρων. Ψάχνει το νούμερο της πολυκατοικίας. Το βρίσκει, διαβάζει την πινακίδα. Κλινική McNamara/Troy.

Χτυπάει το κουδούνι και ακούγεται ο ηλεκτρικός ήχος. Σπρώχνει την πόρτα και αντικρίζει την νοσοκόμα. Φλόμπα. Αλλά τελείως φλόμπα σε λέω.

Κάθεται στους ψευτοδερμάτινους καναπέδες από το ΗΚΑΙΑ. Μόλις μου ήρθε η ιδέα να αντικαταστήσω κάθε Ε με ΑΙ και κάθε Ι με Η σε αυτό το κείμενο. Δεν θα ήταν φοβερό; Θα ήταν, θα ήταν! Πω, τι μαλακίες παίζει το ράδιο. Μισό να βάλω ένα δισκάκι μέσα. Το έβαλα.

Ο κώλος του άρχισε να ζεσταίνεται. Η χοντρή απέναντι τον έκανε να νιώθει άβολα. Και όταν ιδρώνει, νιώθει ακόμα πιο άβολα και άγχεται. Φαύλος κύκλος, όπως αυτός της βίας, μεταξύ σκυλάδων και ροκάδων. Λουλούδια εναντίων φιλτρακίων Swan, Πέγκυ εναντίων Alice Cooper, μακαρόνια εναντίων μορταδέλας.

Μετά είκοσι λεπτά αναμονής και ξεφυλλίσματος του “Μαντάμ Σουσού: Η νεκρανάσταση”, σαν αυτό το ιστολόγιο ένα πράμα, η νοσοκόμα του είπε να περάσει-η οποία ήταν παρεμπιπτόντως φλόμπα.

-Πείτε μας κύριε Domino, τι δεν σας αρέσει πάνω σας;
-Κύριε McNamara, δεν είμαι εδώ για να αλλάξω κάτι πάνω μου…
-Αλλά γιατί είστε εδώ;
-Γιατί κουβαλάω το παιδί του Κρίστιαν…

ΕΥΙ ΤΟΡΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΙΣΕΣ ΤΟΝ ΚΟΝΤΩ ΔΗΚΙΓΩΡΟ ΠΑΝΤΡΑΙΨΟΥΜΑΙ. ΣΕ ΑΓΑΠΟ ΠΟΛΙ. ΕΥΙ ΖΟ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΠΑΝΤΡΑΙΦΤΟ. ΟΕΟΕΟΕΟΕΟΕΟΕΕΕΕΕ….

Στη αίθουσα έπεσε νεκρική σιγή. Ξαφνικά, άρχισαν να ανατινάζονται τα τζάμια. Της μουρλής το πανηγύρι. Χαμός στο ίσιωμα, Τέξας, της πουτάνας, γαμώ τα ΚΕΠΥΟ σου και τις συγκεντρωτικές σου καταστάσεις.

Τρεις χειροβομβίδες καπνού έκαναν την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο αποπνικτική. Εγώ για μια στιγμή κωλογούσταρα γιατί μου θύμισε το φυλάκιο που σκάγαμε μπάφους. Αλλά μετά κατάλαβα την σοβαρότητα της κατάστασης. Οι ΟΥΦΟΙ ήθελαν να με απαγάγουν για να μελετήσουν το αγέννητο παιδί μου. Mmmyyy uuunboorrnn cchhiiiiild…Πάντα ήθελα να το πω αυτό.

Και τότε ξανακατάλαβα. Το παιδί μου ήταν ο Εκλεκτός. Ο ένας και μοναδικός στην ιστορία του σύμπαντος που θα κατείχε τέτοια δύναμη. Που αν κάνει “τσακ” τα δάκτυλα θα γίνουμε όλοι κιμάς. Που παίζει μπιλιάρδο με τους πλανήτες, ο ήλιος είναι το πορτατίφ του και εμείς τα Playmobil του.

Δεν μπορούσα να το επιτρέψω. Έπρεπε να ξεφύγω κάπως. Τρίβω στην μάπα μου Malox για να μην τσούζει από τα δακρυγόνα και πηδάω από το παράθυρο. Ανοίγω τα χέρια και πλανάρω ως το Αζερμπαϊτζάν. Πετούσα, πετούσα πιο γρήγορα και από f-16, πιο γρήγορα και από αγριόπαπια.

Εκεί,στο Αζερμπαϊτζάν, είναι το άνοιγμα για την κοίλη γη. Μπαίνω μέσα, και πατάω το κουτί του ανελκυστήρα. Πατάω τελευταίο όροφο, προς τα κάτω φυσικά.

Επειδή δεν έχω υδρόγειο σφαίρα εύκαιρη, και επειδή δεν ξέρω που θα βγεις αν σκάψεις ένα λαγούμι προς τα κάτω στο Αζερμπαϊτζάν, για λόγους ποιητικής αηδίας θα θεωρήσουμε ότι βγήκαμε στις Μαλδίβες.

Όταν θα έχω πολλά λεφτά, θα πάω στις Μαλδίβες. Έτσι όπως κοιτάς τον χάρτη, στην δεξιά πλευρά. Από την άλλη πιάνουν τσουνάμια. Όπως λέμε ευρά.
Θα έχω ένα ξύλινο σπίτι μέσα στη θάλασσα που θα στηρίζεται σε πασσάλους. Στη μέση του σαλονιού θα έχει και μια μεγάλη τρύπα, και θα πέφτω στην τυρκουάζ παρθένα θάλασσα απευθείας.

Όταν θα βαρεθώ τα 3 s, sea, sun ‘n’ sex, θα γυρίσω στην Ελλάδα. Θα γίνω αλκοολικός και θα καπνίζω Craven ώσπου να μου βγει η πίσσα από τον κώλο. Θα κιτρινίσουν τα δόντια μου, τα μουστάκια μου, θα μου πέσει η τσουτσού, θα κάνω μια κοιλιά ναααα και θα πίνω ρακές. Σαν την ρακή δεν έχει. Θα μείνω φαλακρός και τα αυτιά μου θα γίνουν σαν του Ντάμπο.

Όταν θα τα βαρεθώ και αυτά, θα βάλω τον γιο μου, αυτόν που έλεγα πριν ντε, τον σούπερ-ντούπερ, να μου πατήσει ένα ξόρκι να με ξαναφέρει στην πρότερη κατάσταση, δηλαδή γεροδεμένο, πανέμορφο και τα συναφή.

Όπως ξεκίνησα να λέω, η σημερινή εποχή δεν ενισχύει την ομαδικότητα. Έτσι, μέσα από ζυμώσεις, γεννιέται ο οπορτουνισμός. Μια ασθένεια της εποχής μας, μια γάγγραινα, ένα πουκάμισο αδειανό, ένα κομμάτι μυζήθρα, ένα τσόπστικ, ένα δρακουλίνι.

Του μπι κοντίνιουντ…

Κατηγορίες: Σαβούρια