Το σκαπτικό μηχάνημα κινούσε την φαγάνα του αργά αλλά σταθερά. Έσκαβε με τις ώρες, σηκώνοντας σκόνη και προκαλώντας, ίσως και ποκαχόντας, τα μπινελίκια των περίοικων.
Ξαφνικά, ακούγεται ένας θόρυβος και ο κουβάς σταματάει. Ο χειριστής έκλεισε τα μάτια και είπε το “Πιστεύω” σε χρόνο ρεκόρ 3,4 μιλισεκόντ. Μετά από λίγο τα ανοίγει. “Ευτυχώς δεν ήταν πάλι ο αγωγός φυσικού αερίου, όπως πρόπερσι στη Νεμπράσκα.”
Τότε είχε γίνει μεγάλο σόου, το σκαπτικό πετούσε φλεγόμενο στην ατμόσφαιρα, σαν μετεωρίτης ένα πράμα.
Κατεβαίνει κάτω και μπαίνει μέσα στην τρύπα. Είχε χτυπήσει ένα μεταλλικό κουτί, το οποίο είχε χαραγμένα κάτι περίεργα σύμβολα. Σαν τους Orbital δεν έχει. Κοιτάζει γύρω γύρω μήπως τον κοιτάζει κανείς. Ο Τατζίκος με το φτυάρι έκανε καμάκι σε μια άτυχη κοπελίτσα από το διπλανό μαγαζί με ρούχα και ο υπεύθυνος έτρωγε πιτόγυρα στο παραδιπλανό γυράδικο με την επωνυμία
“Ο Απόπατος (τώρα και κυπριακή πίτα)”.
Σηκώνει το κουτί με τα γερά του μπράτσα και το βάζει στην τσέπη του πουκαμίσου του, δίπλα στο στυλό “Barker”. Με ένα άλμα ωσάν του Super Mario (το έχω ξαναγράψει αυτό αλλά βγήκε το Super Mario Galaxy και έχω τρελαθεί, πρέπει να το αγοράσω) βρίσκεται ξανά στην θέση του και συνεχίζει το σκάψιμο.
Το βράδυ γυρίζει σπίτι του, φιλάει την γυναίκα του και τρέχει στο μπάνιο. Ανοίγει την βρύση της ντουζιέρας και βάζει από κάτω το κουτί για να το ξεπλύνει από τα χώματα. Το κουτί απέκτησε ξαφνικά μια απόκοσμη λάμψη.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρω ότι δεν πρόκειται να γδύσω την αρχαιολόγα από το προηγούμενο ποστ, οπότε μην περιμένετε άδικα μερικοί μερικοί.
Το σκούπισε με την πετσέτα του προσώπου, το στέγνωσε καλά με το πιστολάκι της γυναίκας του, του έβαλε μαλακτικό και baby oil, το φάσκιωσε και το έκρυψε στον φωταγωγό. Αύριο θα το πήγαινε στον φίλο του τον καθηγητή, τον παγκοσμίου φήμης Δρ. Γιόχανσεν. Τον ήξερε από τότε που ήταν μαζί στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, ο Γιόχανσεν μέσα στα αμφιθέατρα, γι’ αυτό έγινε άλλωστε και κοτζάμ ντοκτόρ, και ο άλλος απ’έξω, οπότε κατέληξε χειριστής σκαπτικού.
Το πρωί πηγαίνει στην ταράτσα και μπαίνει στο Σινούκ του. Γεμάτος ενθουσιασμό έπαιρνε τις στροφές σαν τρελός και κόντεψε να χτυπήσει τις μπαριέρες σε ένα απότομο χάσιμο. Μετά από λίγη ώρα έφτασε επιτέλους στην Δανία, την χώρα των μακαρονάδων και των τάπας.
Μπαίνει στο γραφείο του ντοκτόρ.
-Γιόχανσεν!
-Μάικ!
-Γιόχανσεν!
-Μάικ!
-Γιόχανσεν!
-Άμα σε κουτουλήσω θα δεις εσύ, με ζάλισες τα φρύδια ακόμη δεν ήρθες. Παλουκώσου στον πανάκριβο καναπέ από το ΗΚΑΙΑ. Ιδιοκτήτης είναι ένα ξαδερφάκι μου, ξηγημένο τυπάκι. Αλλά πες μου, πως και απεδώ;
-Θέλω να ρίξεις μια ματιά σε αυτό.
-Πού το βρήκες;
-Τι σε νοιάζει; Μπορείς να μου πεις τι είναι;
-Αυτό μικρέ μου χαζέ φίλε Μάικ είναι το αρχαίο artifact “Dominarian” ή αλλιώς το λεγόμενο “Κουτάκι με τις μαλακίες”. Περιέχει ένα κομμάτι ντομινίτη. Πάνω στον πλανήτη βρίσκονται περίπου τριανταπέντε από αυτά.
-Τι με λες;!
-Πριν τρεις χιλιάδες χρόνια ο βασιλιάς των Ατλάντων, που τότε είχαν έδρα τον Σείριο, έστειλε τον υπαρχηγό του, τον Όπτιμους Πράιμ, να αναζητήσει νέα μαγικά όπλα εδώ, στην Γη. Αυτό ήταν κάτι που το έκαναν για αιώνες, και ο Όπτιμους έκανε τόσο καλή δουλειά που οι Άτλαντες είχαν μπάντα το πάνω χέρι απέναντι στους Βλιμαβλίμα, τους προαιώνιους εχθρούς τους, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί από τους ίδιους τους Άτλαντες με κλωνοποίηση για να σπέρνουν ντομάτες για τον ντοματοχυμό τους και για να φτιάχνουν πασατέμπο. Ήταν τα λεγόμενα νέκταρ και αμβροσία αν έχεις ακούσει.
-Τέτοια δεν έτρωγε ο Κολοκοτρώνης;
-…Όμως επαναστάτησαν και ορκίστηκαν να καταστρέψουν τους δημιουργούς τους, οι οποίοι δεν τους κολλούσαν ένσημα. Να μην τα πολυλογώ, οι Βλιμαβλίμα εντόπισαν τον Όπτιμους στην Γη, και κάνανε ντου. Ο Όπτιμους ζήτησε ενισχύσεις, όμως στο σι μπι ήταν το Αριέλ το μικρό γοργόνι, το ερμαφρόδιτο παιδί του βασιλιά αντί για τον στρατιώτη που έπρεπε να ήταν εκεί (είχε πάει για κατούρημα). Το μαλακισμένο λοιπόν αντί να στείλει καμιά διαστημική φρεγάτα με λέιζερ έστειλε ένα C130 με αυτά τα κουτιά. Οι στρατιώτες του Όπτιμους τα άνοιξαν γιατί περίμεναν κανένα μυδραλιοβόλο, αλλά είδαν ότι είχαν μέσα ντομινίτη. Ο ντομινίτης είναι σαν το σημερινό κυάνιο, δηλαδή αν δεν είχαν ελπίδα άνοιγαν το κουτί και τετέλεσται. Και έτσι έπεσε ο γενναίος Όπτιμους.
-Άρα αυτό πιάνει τίποτα στην πιάτσα;
-Αν πιστέψουμε τα αρχαία κείμενα ότι οι Άτλαντες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο, όχι, αλλά εάν έχει επιβιώσει κάποιος οι Βλιμαβλίμα ίσως το θέλουν…
-Ρε Γιόχανσεν, είσαι αρχηγός! Πώς να στο ξεπληρώσω αυτό τώρα;
-Η αδελφή σου η Μικέλα είναι νομίζω φοιτήτριά μου…Μμμμ, πες της να περάσει αύριο από το γραφείο μου…
Ο Μάικ πηγαίνει στο ελικόπτερό του ξανά και παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Εκεί πάνω από τις Άλπεις, οι οποίες ήταν μαγευτικές κάτω από το ολόγιομο (μάλλον λάθος το γράφω) φεγγάρι, ένας ιπτάμενος δίσκος εμφανίζεται από το πουθενά και με την βαρυτική του ακτίνα ακινητοποιεί το Σινούκ. Ανοίγει μια τεράστια πόρτα και αρχίζει να το τραβάει έτσι ώστε να το βάλει μέσα.
Μέσα στον ιπτάμενο δίσκο, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι. Ή έτσι έμοιαζαν τέλος πάντων. Είχαν κάποιες φοβερές ιδιότητες, μία από τις οποίες ήταν να ακουμπούν τα δάκτυλά τους στην εξωτερική πλευρά του χεριού τους.
Τον πλησιάζει ένας από αυτούς.
-Γεια σου άνθρωπε, είμαι ο Πυροσβέστης ή Γραμματέας, ο τρίτος στην ιεραρχία Βλιμαβλίμα. Έχεις κάτι που μας ενδιαφέρει.
Ο Μάικ έκλασε μέντες και βλαστημούσε την ώρα και την στιγμή που άφησε την ησυχία της Νεμπράσκα .
-Σαν τι έχω;
-Δώσε μας το κουτί.
-Τι με δίνεις;
-Μμμμμ, θέλεις δύο αεροπορικά για την Γιαπωνία; Θα σου κλείσω και ξενοδοχείο. Τα αεροπορικά κοστίζουν 1077€ και το ξενοδοχείο 80€ την ημέρα. Τι λες, δέχεσαι;
-Μέσα αρχηγέ μου, είσαι και πολύ αλάνι.
Ένας φάκελος αρχίζει να πετάει προς το μέρος του. Ξαφνικά αρχίζει να πετάει και το κουτί από την τσέπη του προς το μέρος των ούφων. Αρπάζει τον φάκελο, μπαίνει στο Σινούκ, και συνεχίζει στον δρόμο του. Οι ούφοι εξαφανίστηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτων.
“Και εγώ τους είχα για μάγκες, κότσο τους έπιασα”, μουρμουρίζει. “Τζάμπα μάγκες τελικά!”