ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Νοεμβρίου 2007

Θες μανταρινάκι; Έχω και φοβερό σπανακόρυζο…

Νοεμβρίου 26 , 2007 · 19 σχόλια

Το σκαπτικό μηχάνημα κινούσε την φαγάνα του αργά αλλά σταθερά. Έσκαβε με τις ώρες, σηκώνοντας σκόνη και προκαλώντας, ίσως και ποκαχόντας, τα μπινελίκια των περίοικων.

Ξαφνικά, ακούγεται ένας θόρυβος και ο κουβάς σταματάει. Ο χειριστής έκλεισε τα μάτια και είπε το “Πιστεύω” σε χρόνο ρεκόρ 3,4 μιλισεκόντ. Μετά από λίγο τα ανοίγει. “Ευτυχώς δεν ήταν πάλι ο αγωγός φυσικού αερίου, όπως πρόπερσι στη Νεμπράσκα.”

Τότε είχε γίνει μεγάλο σόου, το σκαπτικό πετούσε φλεγόμενο στην ατμόσφαιρα, σαν μετεωρίτης ένα πράμα.

Κατεβαίνει κάτω και μπαίνει μέσα στην τρύπα. Είχε χτυπήσει ένα μεταλλικό κουτί, το οποίο είχε χαραγμένα κάτι περίεργα σύμβολα. Σαν τους Orbital δεν έχει. Κοιτάζει γύρω γύρω μήπως τον κοιτάζει κανείς. Ο Τατζίκος με το φτυάρι έκανε καμάκι σε μια άτυχη κοπελίτσα από το διπλανό μαγαζί με ρούχα και ο υπεύθυνος έτρωγε πιτόγυρα στο παραδιπλανό γυράδικο με την επωνυμία
“Ο Απόπατος (τώρα και κυπριακή πίτα)”.

Σηκώνει το κουτί με τα γερά του μπράτσα και το βάζει στην τσέπη του πουκαμίσου του, δίπλα στο στυλό “Barker”. Με ένα άλμα ωσάν του Super Mario (το έχω ξαναγράψει αυτό αλλά βγήκε το Super Mario Galaxy και έχω τρελαθεί, πρέπει να το αγοράσω) βρίσκεται ξανά στην θέση του και συνεχίζει το σκάψιμο.

Το βράδυ γυρίζει σπίτι του, φιλάει την γυναίκα του και τρέχει στο μπάνιο. Ανοίγει την βρύση της ντουζιέρας και βάζει από κάτω το κουτί για να το ξεπλύνει από τα χώματα. Το κουτί απέκτησε ξαφνικά μια απόκοσμη λάμψη.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρω ότι δεν πρόκειται να γδύσω την αρχαιολόγα από το προηγούμενο ποστ, οπότε μην περιμένετε άδικα μερικοί μερικοί.

Το σκούπισε με την πετσέτα του προσώπου, το στέγνωσε καλά με το πιστολάκι της γυναίκας του, του έβαλε μαλακτικό και baby oil, το φάσκιωσε και το έκρυψε στον φωταγωγό. Αύριο θα το πήγαινε στον φίλο του τον καθηγητή, τον παγκοσμίου φήμης Δρ. Γιόχανσεν. Τον ήξερε από τότε που ήταν μαζί στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, ο Γιόχανσεν μέσα στα αμφιθέατρα, γι’ αυτό έγινε άλλωστε και κοτζάμ ντοκτόρ, και ο άλλος απ’έξω, οπότε κατέληξε χειριστής σκαπτικού.

Το πρωί πηγαίνει στην ταράτσα και μπαίνει στο Σινούκ του. Γεμάτος ενθουσιασμό έπαιρνε τις στροφές σαν τρελός και κόντεψε να χτυπήσει τις μπαριέρες σε ένα απότομο χάσιμο. Μετά από λίγη ώρα έφτασε επιτέλους στην Δανία, την χώρα των μακαρονάδων και των τάπας.

Μπαίνει στο γραφείο του ντοκτόρ.
-Γιόχανσεν!
-Μάικ!
-Γιόχανσεν!
-Μάικ!
-Γιόχανσεν!
-Άμα σε κουτουλήσω θα δεις εσύ, με ζάλισες τα φρύδια ακόμη δεν ήρθες. Παλουκώσου στον πανάκριβο καναπέ από το ΗΚΑΙΑ. Ιδιοκτήτης είναι ένα ξαδερφάκι μου, ξηγημένο τυπάκι. Αλλά πες μου, πως και απεδώ;
-Θέλω να ρίξεις μια ματιά σε αυτό.
-Πού το βρήκες;
-Τι σε νοιάζει; Μπορείς να μου πεις τι είναι;
-Αυτό μικρέ μου χαζέ φίλε Μάικ είναι το αρχαίο artifact “Dominarian” ή αλλιώς το λεγόμενο “Κουτάκι με τις μαλακίες”. Περιέχει ένα κομμάτι ντομινίτη. Πάνω στον πλανήτη βρίσκονται περίπου τριανταπέντε από αυτά.
-Τι με λες;!
-Πριν τρεις χιλιάδες χρόνια ο βασιλιάς των Ατλάντων, που τότε είχαν έδρα τον Σείριο, έστειλε τον υπαρχηγό του, τον Όπτιμους Πράιμ, να αναζητήσει νέα μαγικά όπλα εδώ, στην Γη. Αυτό ήταν κάτι που το έκαναν για αιώνες, και ο Όπτιμους έκανε τόσο καλή δουλειά που οι Άτλαντες είχαν μπάντα το πάνω χέρι απέναντι στους Βλιμαβλίμα, τους προαιώνιους εχθρούς τους, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί από τους ίδιους τους Άτλαντες με κλωνοποίηση για να σπέρνουν ντομάτες για τον ντοματοχυμό τους και για να φτιάχνουν πασατέμπο. Ήταν τα λεγόμενα νέκταρ και αμβροσία αν έχεις ακούσει.
-Τέτοια δεν έτρωγε ο Κολοκοτρώνης;
-…Όμως επαναστάτησαν και ορκίστηκαν να καταστρέψουν τους δημιουργούς τους, οι οποίοι δεν τους κολλούσαν ένσημα. Να μην τα πολυλογώ, οι Βλιμαβλίμα εντόπισαν τον Όπτιμους στην Γη, και κάνανε ντου. Ο Όπτιμους ζήτησε ενισχύσεις, όμως στο σι μπι ήταν το Αριέλ το μικρό γοργόνι, το ερμαφρόδιτο παιδί του βασιλιά αντί για τον στρατιώτη που έπρεπε να ήταν εκεί (είχε πάει για κατούρημα). Το μαλακισμένο λοιπόν αντί να στείλει καμιά διαστημική φρεγάτα με λέιζερ έστειλε ένα C130 με αυτά τα κουτιά. Οι στρατιώτες του Όπτιμους τα άνοιξαν γιατί περίμεναν κανένα μυδραλιοβόλο, αλλά είδαν ότι είχαν μέσα ντομινίτη. Ο ντομινίτης είναι σαν το σημερινό κυάνιο, δηλαδή αν δεν είχαν ελπίδα άνοιγαν το κουτί και τετέλεσται. Και έτσι έπεσε ο γενναίος Όπτιμους.
-Άρα αυτό πιάνει τίποτα στην πιάτσα;
-Αν πιστέψουμε τα αρχαία κείμενα ότι οι Άτλαντες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο, όχι, αλλά εάν έχει επιβιώσει κάποιος οι Βλιμαβλίμα ίσως το θέλουν…
-Ρε Γιόχανσεν, είσαι αρχηγός! Πώς να στο ξεπληρώσω αυτό τώρα;
-Η αδελφή σου η Μικέλα είναι νομίζω φοιτήτριά μου…Μμμμ, πες της να περάσει αύριο από το γραφείο μου…

Ο Μάικ πηγαίνει στο ελικόπτερό του ξανά και παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Εκεί πάνω από τις Άλπεις, οι οποίες ήταν μαγευτικές κάτω από το ολόγιομο (μάλλον λάθος το γράφω) φεγγάρι, ένας ιπτάμενος δίσκος εμφανίζεται από το πουθενά και με την βαρυτική του ακτίνα ακινητοποιεί το Σινούκ. Ανοίγει μια τεράστια πόρτα και αρχίζει να το τραβάει έτσι ώστε να το βάλει μέσα.

Μέσα στον ιπτάμενο δίσκο, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι. Ή έτσι έμοιαζαν τέλος πάντων. Είχαν κάποιες φοβερές ιδιότητες, μία από τις οποίες ήταν να ακουμπούν τα δάκτυλά τους στην εξωτερική πλευρά του χεριού τους.

Τον πλησιάζει ένας από αυτούς.
-Γεια σου άνθρωπε, είμαι ο Πυροσβέστης ή Γραμματέας, ο τρίτος στην ιεραρχία Βλιμαβλίμα. Έχεις κάτι που μας ενδιαφέρει.

Ο Μάικ έκλασε μέντες και βλαστημούσε την ώρα και την στιγμή που άφησε την ησυχία της Νεμπράσκα .

-Σαν τι έχω;
-Δώσε μας το κουτί.
-Τι με δίνεις;
-Μμμμμ, θέλεις δύο αεροπορικά για την Γιαπωνία; Θα σου κλείσω και ξενοδοχείο. Τα αεροπορικά κοστίζουν 1077€ και το ξενοδοχείο 80€ την ημέρα. Τι λες, δέχεσαι;
-Μέσα αρχηγέ μου, είσαι και πολύ αλάνι.

Ένας φάκελος αρχίζει να πετάει προς το μέρος του. Ξαφνικά αρχίζει να πετάει και το κουτί από την τσέπη του προς το μέρος των ούφων. Αρπάζει τον φάκελο, μπαίνει στο Σινούκ, και συνεχίζει στον δρόμο του. Οι ούφοι εξαφανίστηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτων.

“Και εγώ τους είχα για μάγκες, κότσο τους έπιασα”, μουρμουρίζει. “Τζάμπα μάγκες τελικά!”

Κατηγορίες: Σαβούρια

Τσιγαρόχαρτα και κουνουπίδια. Άντε, και λίγη αδιαφορία ίσως.

Νοεμβρίου 20 , 2007 · 16 σχόλια

Η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο ήλιος έκαιγε και ο λίβας έστελνε την άμμο στα μάτια της. Το αρχαιολογικό της καπέλο έκρυβε τα ξανθά της μακριά μαλλιά. Με το πινελάκι της προσπαθούσε, τσούκου-τσούκου, τσούκου-τσούκου, να ξεθάψει αυτό το πραγματάκι. Δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς ήταν. Το παίδευε τις τελευταίες τρεις ημέρες.

Εχθές το βράδυ το είχε δει και στον ύπνο της. Έβρεχε, είχε κρύο (μα τι κρύο έφαγα σήμερα γαμώ το κέρατό μου γαμώ, τα πόδια μου ακόμα κρύα είναι. Δράμα, περνάω ένα δράμα.) και κρατούσε ένα κομπρεσέρ. Προσπαθούσε να το βγάλει από την αγκαλιά της μάνας-Γης. Όλες της οι προσπάθειες ήταν άκαρπες. Το θέμα στην υπόθεση ήταν ότι το άκουγε να μιλάει, της έλεγε πόσο άχρηστη είναι και της έβγαζε την κατακίτρινη γλώσσα του. Τηλεπαθητικά πάντα.

Ξαφνικά (suddenly που έγραφα στις εκθέσεις μου τότες που πήγαινα εγγλέζικα), το πραματάκι αρχίζει να κουνιέται από την πίεση του πινελακίου. Η αρχαιολόγα, το βουτάει με προσοχή και το κρατάει στα τρεμάμενα χέρια της. Ήταν ένας αναπτήρας Zippo. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν της Μινωικής εποχής, ίσως και της Κρητιδικής. Είχε και χαράξεις επάνω. Γ+Α=L.F.E..
“Ίσως είναι κάποια μυστική φόρμουλα”, σκέφτηκε.

Αρπάζει το εύρημά της και το πηγαίνει στον καθηγητή της, τον παγκοσμίου φήμης Δρ. Γιόχανσεν.

Ορμάει στο γραφείο του.
“Ααααααα, σε διακρίνει ακόμα η ίδια αγένεια που είχες και τότε που σε είχα φοιτήτρια και καθόσουν στα πόδια μου για να σου βάλω άριστα στα μαθήματά μου”, της λέει και χαμογελάει.

-Δάσκαλε, τι είναι αυτό;
-Για να ρίξω μια ματιά…Ααααα, αυτό είναι ένα…γκχχ…εερκκκ….αακγχχχ….
-Δάσκαλε, τι έπαθες; Δάσκαλεεεεεε….

Ο καθηγητής ήταν σωριασμένος στο πάτωμα. Ώσπου να έρθει το ΕΣΥ του είχανε κάνει και κόλλυβα.

Η αρχαιολόγα μας, την οποία, έτσι για να μην έχω και εγώ ο ίδιος περιέργεια, έλεγαν…χμ, πως να την πω….εεε,ααα, Μικέλα, τις επόμενες μέρες σκεφτόταν σε ποιον να απευθυνθεί. Το πραματάκι αυτό ασκούσε πάνω της μια έλξη σχεδόν μαγική.

Νούνιζε μέρα νύχτα, και δεν της ερχόταν τίποτα. Ένα βράδυ, που είχε πάρει αγκαλιά το τζιν και έβλεπε ειδήσεις, εκεί ανάμεσα στα ρεπορτάζ για την άνοδο της τιμής των λαχανοντολμαδακίων, παρακολούθησε και ένα ρεπορτάζ για την διάλεξη ενός καθηγητή βιοχημείας.

“Δατς μάι μαν”, είπε, έβαλε το κόκκινο φόρεμα που την έκανε πυρκαγιά και ξεκίνησε να τον βρει.

Έβαλε τον Zippo σε ένα πλαστικό κουτάκι, σαν αυτό που βάζουν τα σούπερ μάρκετ τον ταραμά, και ξεκίνησε να τον βρει. Βγαίνει στον δρόμο και σταματάει ένα ταξί.
-Πού πηγκαίνουμε κυρία;
-Στο πανεπιστήμιο σας παρακαλώ.
-Έγκινεεεε.

Ο ταρίφας με την περίεργη προφορά, η οποία έφερνε σε Τατζιτική (εκ του Τατζικιστάν), ξεκίνησε. Η Μερσεντές άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα στους άδειους δρόμους. Πολύ μεγάλη ταχύτητα.

Η Μικέλα ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος και κρατήθηκε από την χειρολαβή του λεωφορείου.
Όταν πέρασαν το πανεπιστήμιο και ο τύπος δεν έλεγε να σταματήσει κατάλαβε ότι κάτι πάει πολύ στραβά.

-Ε, με συγχωρείτε, αλλά νομίζω ότι περάσαμε τον προορισμό μας…

Μούγκα ο ταρίφας. Η Μικέλα προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα αλλά ήταν κλειδωμένη.

Μετά από λίγη ώρα έφτασαν στο λιμάνι. Έσπασαν τις μπαριέρες και μπήκαν στον σταθμό εμπορευματοκιβωτίων. Μπροστά τους ένα ανοιχτό κοντέινερ που έγραφε “Tatzik-Lloyd”. Μπήκαν μέσα και οι πόρτες του έκλεισαν.

Σκοτάδι.

Φώτα.

Ο ταρίφας βγαίνει από το αυτοκίνητο. Ανοίγει την πόρτα και αρπάζει την Μικέλα από το μπράτσο.
“Μμμμμ, γκυμνασμένη σε μπρίσκω”.
Την βγάζει έξω και την βάζει να κάτσει σε μια καρέκλα από το ΗΚΑΙΑ. Πόσες τέτοιες έχω σπάσει…Για τα μπάζα εντελώς όμως. Οι καρέκλες. Άντε και εγώ. Λίγο όμως, όχι πολύ.

Την δένει πισθάγκωνα και της χώνει ένα μήλο στο στόμα.

Μετά από εικοσιτέσσερα λεπτά αναμονής, μπαίνει μέσα μια ψηλόλιγνη φιγούρα. Είχε μπαστούνι και κούτσαινε λίγο.
Της Μικέλας της έπεσε το μήλο από το στόμα.

-….Γιο-Γιόχανσεν;
-Δώσε μου τον Zippo σε παρακαλώ.
-Jamais! (εάν δεν γράφεται έτσι σκασίλα μου).
-Δωσ’ τον με το καλό γιατί θα γίνουμε Τέξας εδώ…
-Δεν πα να γίνουμε και Νεμπράσκα, δεν στον δίνω.

Της αστράφτει δυο ξανάστροφες. Η Μικέλα έπεσε κάτω. Όμως έπεσε και το κουτάκι. Του ταραμά ντε.

Ο δόκτορας, σαν αίλουρος, το άρπαξε. Το ανοίγει και παρατηρεί την χάραξη.

-Επιτέλους, αυτό που έψαχνα τόσα χρόνια!
-Πες μου τουλάχιστον τι είναι…Τι είναι…Ποια μυστική φόρμουλα, ποιο αρχέγονο μυστικό κρύβεται σε αυτόν το Zippo;
-Τι λες μωρέ, χάζεψες; Πολύ “Γκρίνια και Άγιος ο Θεός part II : Τhe ressurection” διαβάζεις. Ο αναπτήρας που μου χάρισε η γυναίκα μου η Αναστασία πρόπερσι στην επέτειό μας είναι. Θα με σκότωνε αν καταλάβαινε ότι τον έχασα. Τώρα που τον βρήκα, θες να σε κεράσω ένα ποτάκι να θυμηθούμε τα παλιά;

Κατηγορίες: Σαβούρια

Το πιο δραματικό δράμα που γράφτηκε ποτές.

Νοεμβρίου 14 , 2007 · 14 σχόλια

Ο μικρός Ντομινάκης Καΐλας ήταν πάλι εκεί, στο πόστο του. Τα μεγάλα του μάτια κοιτούσαν τους περαστικούς, οι οποίοι δεν του έδιναν σημασία. Ο μικρός του πάγκος του έκανε παρέα. Γεμάτος πάλι ως απάνω. Τα μυξομάντηλα δεν τράβαγαν στην μέση του καυτού καλοκαιριού.

Ο μόνος του πελάτης ήταν ένας περίεργος τύπος, λίγο χαζό τον έλεγες, λίγο αλαφροΐσκιωτο, λίγο τζασμένο, λίγο τοιχοκοπανημένο. Ήταν ψηλός, με γυαλιά, όμορφο δεν τον έλεγες (αλλά ούτε και πατσαβούρι), που πάντα στα χέρια του κρατούσε μία φτηνιάρικη τσάντα Samsonidis, από την βιοτεχνία λίγο πιο κάτω. Στις πέντε άλλες πέντε δώρο.

Χειμώνα καλοκαίρι, αυτός αγόραζε χαρτομάντηλα. Οι καρακάξες που κοιτούσαν από τα παράθυρα όταν μαζευόταν στα σπίτια για καφέ, έλεγαν ότι το σπίτι του μέσα δεν είχε έπιπλα, αλλά ότι κοιμόταν, έτρωγε κ.ο.κ. πάνω σε αυτά. Μόλις αγόραζε τα δυο πακέτα του, τριπλόφυλλα χωρίς φίλτρο, έμπαινε στο μαύρο Πεζό του και έφευγε.

Το χιόνι έπεφτε πυκνό και τα αυτιά του Ντομινάκη είχαν σπάσει από το κρύο και βρισκόταν στο καυτό πεζοδρόμιο. Στο βάθος ο ακορντεονίστας έπαιζε το “Σ’αγαπώ γιατί είσ’ ωραία” σε τζαζ διασκευή, πολύ αβάντ γκαρντ, αφάν γκατέ και οτ κουτούρ σε λέω. Αβάντι σολ φα φα φα, σολ φα σολ φα…(Αντί να βγάζουν τον Σπάθα και τον Τουρκογιώργη τα κανάλια βγάζουν τον χτυπημένο που τραγουδούσε μαλακίες. Αυτή ήταν η κοινωνική κριτική για απόψες.)

Ένας τύπος, καθώς περνούσε, του έπεσε το ρολόι. Κάτι κάνω λάθος στην σύνταξη εδώ αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ, έχω βάλει την αυτόματη γραφή στο ΟΝ και τύφλα να έχει η Μύριαμ, ο Τζόσουα, ο Πητ Παπαδάκος και ο Μαύρος Πητ. Τώρα που το ξαναδιαβάζω, βλέπω ότι ίσως δεν κάνω. Ο μικρός Ντομινάκης το βλέπει. Πάει, το αρπάζει.
“Πωωωω, Ρόλεξ”, λέει. “Κάναμε την καλή”. Το κοιτάζει καλύτερα. “Παπάρια Ρόλεξ, ας του το δώσω, να με λυπηθεί και να μου δώσει κανένα μπουρμπουάρ.”

-Καλέ κύριε (με λεπτή τρεμάμενη φωνή), καλέ κύριε, περιμέντε…
-Τι θέλεις άπλυτο χαμίνι;
-Σας έπεσε το ρολόι σας.
-Αααα, σε ευχαριστώ πολύ. Να σε πω, τα αυτιά σου που είναι; Γιατί είσαι έξω με τέτοιο κρύο;
-Δεν έχω σπίτι κύριε, η μάνα μου πέθανε και ο πατριός μου παντρεύτηκε μια σκύλα, που με πέταξε έξω από το σπίτι. Τα αυτιά μου έσπασαν από το κρύο.
-Καημένο παιδί, έλα μαζί μου…

Ο κύριος με το παπάρια Ρόλεξ παίρνει τον Ντομινάκη από το χέρι, και τον πάει σε ένα πατσατζίδικο. “Ο Ψηλός και ο Χοντρός” λεγόταν.

Ο πιτσιρικάς ρούφηξε αχόρταγα τέσσερα πιάτα πατσά, ένα πιάτο γκούλας, δυόμισι καρβέλια ψωμί, τέσσερα μπουκάλια νερό και τριανταεπτά γραμμάρια Φάντα. Ο κ.μ.τ.π.Ρ. (συντομογραφία) τον κοιτούσε με ένα περίεργο ύφος όση ώρα έτρωγε. Ήταν και πολλή ώρα.

Δέκα χρόνια μετά

-Τον ξέρεις αυτόν που περνάει;
-Ναι, είναι ο Ντομινάκης Βαρδηνογιώργης.
-Του γνωστού Βαρδηνογιώργη;
-Ναι ντε, αυτού που έχει τα εργοστάσια.
-Τις καπότες;
-Ναι ντε.
-Μεγάλος τσόγλανος πρέπει να είναι.
-Είναι, είναι. Το λένε όλοι αλλά φοβούνται τον πατέρα του. Μου έχει κάνει πολλές τσατσιές και εμένα…Τώρα κάνει το μεταδιδακτορικό του στο Harvard, πάνω στον τομέα της Τηλεπάθειας, ειδικά στο θέμα του σεξ, LEPA στα αγγλικά.
-Α ρε κωλόπαιδο, ανάθεμα τα λεφτά σου.

Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή και ένα χέρι τον πιάνει από τον λαιμό.

“Ρε μαλακισμένο, θα μου δώσεις το ρολόι που μου σούφρωσες;”

Κατηγορίες: Σαβούρια

O λεπρός με το μπικίνι-The Nebraska Trilogy: part III

Νοεμβρίου 5 , 2007 · 24 σχόλια

“Περάστε πάτερ.”

Ο ψηλός και γεροδεμένος ιερέας έσκυψε για να περάσει από την πόρτα. Κάθονται στο σαλόνι.
-Θα πιείτε ένα καφεδάκι;
-Είναι πολύ νωρίς για καφέ…Θα ήθελα ένα ουϊσκάκι καλύτερα. Chivas. Με ένα παγάκι.

Στα μάτια του υπήρχε μία απόκοσμη λάμψη. Βγάζει Marlboro lights.
-Πάτερ, Prince δεν έκανες;
-Ξεκίνησα γυμναστήριο ξανά και είπα να κάνω κάτι πιο ελαφρύ.Μιλήστε μου για τον αδερφό σας.

Τα μάτια του σπινθήρισαν και τράβηξε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του. Η Μικέλα ξεκίνησε να του λέει τα γεγονότα.

Πήγαν στο δωμάτιο. Ο Μάικ ήταν αλυσοδεμένος, με το κάθε του μέλος να κοιτάζει σε διαφορετικό σημείο του ορίζοντα.

-Βλέπω δεσποινίς ότι τον έχετε δέσει σωστά….
-Ε, κάτι κατέχουμε και εμείς από εξορκιστική….
-Λοιπόν, πρέπει να ξεκινήσουμε. Θα χρειαστώ τα εξής σύνεργα: ένα κουζινομάχαιρο, ένα κουτάλι, ένα τάπερ, ένα μπουκάλι τσίπουρο, ένα τρακτέρ, μια μπάρμπι, τρεις κάλτσες και ένα γαλλοαγγλικό λεξικό.

Μισή ώρα αργότερα

Ο ιερέας έκανε ασκήσεις γιόγκα για να προετοιμαστεί ψυχολογικά και σωματικά. Τον περίμεναν δύσκολες ώρες. Κάθε φορά που έκανε έναν τέτοιο εξορκισμό δοκιμαζόταν το ποιος είναι πραγματικά.

Ο παπάς αυτός δεν είχε όνομα. Όλοι τον αποκαλούσαν “πάτερ”. Μερικοί τον έλεγαν κοροϊδευτικά παπα-Ράμπο, γιατί τον είχανε πετύχει μια φορά στον Όλυμπο να κάνει ορειβασία χωρίς σχοινί ασφαλείας. Επίσης μια φορά που ήταν στην ουρά του μίνι μάρκετ της Μαριγούλας, εξουδετέρωσε τέσσερις κλέφτες που ήταν οπλισμένοι με καλάσνικοφ με τα γυμνά του χέρια. Τους έκανε τόπι στο ξύλο, τους έριξε και μια αγιαστούρα μετά, και αυτοί από τότε έγιναν οι υπηρέτες του.
Γενικά ασκούσε μια περίεργη έλξη στους τριγύρω του. Το μόνο περίεργο ήταν το ότι είχε ένα κουτί με κατσαρίδες, στις οποίες μιλούσε κιόλα. Και έδειχνε να συνεννοείται.

Θα σας παρακαλούσα να απομακρύνετε μικρά παιδιά, καρδιακούς, ασθματικούς, χέστες και κατρουλήδες από το δωμάτιο, διότι ακολουθούν σκηνές υπέρμετρης βίας. Φχαρστώ.

Ο παπάς πάει και σκάει δυο χαστούκια στον Μάικ. Εκείνος ανοίγει τα μάτια και αρχίζει να γρυλίζει.

Ακολούθησε μια στιχομυθία, η οποία αποτελούταν κατά τα 2/3 από τις λέξεις: τραγόπαπας, κουρκουμπίνι, γουλβερίνος, διαβόλι, τριβόλι, κοπρόσκυλο και γαϊδουράγκαθο. Πολύ μπινελίκι δηλαδής.

“Αφού δεν καταλαβαίνεις από λόγια, ήρθε η ώρα να εφαρμόσουμε άλλες μεθόδους. Μεχμέτ, έλα, έχουμε δουλειά.”

Ακολουθεί τρελό σπλάτερ.

Ο υπηρέτης του έτρεξε αμέσως. Και αρχίσανε το έργο τους. Χτυπούσαν τον Μάικ αλύπητα, κλωτσιές, μπουνιές, στο πρόσωπο, στα αχαμνά. Ο λυκανθρωπάκος όμως δεν καταλάβαινε και πολλά. Γρύλιζε και προσπαθούσε να σπάσει τις αλυσίδες. Όπερ και εγένετο.

Στάθηκε όρθιος στα πόδια του, και βουτάει τον Μεχμέτ. Του κόβει το αριστερό χέρι με τα γαμψά του νύχια. Ο Μεχμέτ κυλιόταν στο πάτωμα από τον πόνο και όλοι οι τοίχοι είχαν γεμίσει αίματα. Ο παπα-Ράμπο, μόλις το είδε αυτό, έβγαλε από το μαγικό του τσαντάκι μια κορδέλα, και την έβαλε στο κεφάλι του.

“Ι θοτ άι θο α πούθι κατ” ,είπε ο Μάικ, και του όρμηξε όλο μανία. Και οι δυο τους μουρμούριζαν, ο ένας προσευχές, και ο άλλος γαμωσταυρίδια. Από τα τζάμια των παραθύρων δεν περνούσε πλέον το φως.

Ξαφνικά, ο Μάικ χώνει το χέρι του και βγάζει την καρδιά του ιερέα, ο οποίος έπεσε στο πάτωμα, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Ο Μάικ άρχισε να την τρώει, με ένα χαμόγελο διαβολικής ευτυχίας στο λυκίσιο πρόσωπό του.

Αλλά, το σώμα του παπά αρχίζει να σαλεύει. Ο λυκάνθρωπος στραβωκατάπιε, τρώει την τελευταία μπουκιά, φτύνει το κουκούτσι. Και τώρα σας ρωτάω το εξής: τα γίδια τρώνε κρουασάν;

Τα μάτια του Ράμπο πετούσαν φωτιές. Μέσα από τις πληγές του φαινόταν ο μεταλλικός σκελετός του και η φωνή του είχε γίνει σαν του Κωστέτσου. Και που το ξέρω ότι έγινε σαν του Κωστέτσου αφού δεν μίλησε ακόμα; Ε; Ε;

Όμως ο Μάικ δεν πολυμάσησε. “Έχω ξαναδεί τέτοιους σαν εσένα…Αλλά πάνε πολλά χρόνια…Και τότε θυμάμαι φάγατε γερή παπάρα…”

Ο παπάς πιάνει το κομμένο χέρι του Μεχμέτ και το τοποθετεί στον αφαλό του. Έχοντας το πάνω χέρι τώρα, μάλλον έχοντας το παραπάνω χέρι, πιάνει τον λαιμό του εχθρού του. Τον σφίγγει. Και τον σφίγγει. Και τον σφίγ….

Έπεσε στο πάτωμα. Πηγαίνει η Μικέλα από πάνω του. “Είναι σίγουρα νεκρός”, και αφήνει το μαχαίρι να πέσει από τα ματωμένα της χέρια. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.

“Ποιος στον π*%&$* σφουγγαρίζει τώρα”, λέει
“Εγώ”, απαντά ο Μάικ…

Κατηγορίες: Σαβούρια