ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ part II+I/II : The third coming

Καταχωρίσεις από Δεκεμβρίου 2007

Η κολονοσκόπηση ενός πάντα.

Δεκεμβρίου 29 , 2007 · 13 σχόλια

Ο Domino Skywalker καθόταν στην φτέρνες του. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα ξύλο και στο άλλο τον φωτοσουγιά του, δώρο της μάνας του από το ταξίδι της στο Helvetic Sector IV πρόπερσι τα Χριστούγεννα.

Αυτό το ξύλο το παίδευε πολλές μέρες, προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα ξυλόγλυπτο. Συγκεκριμένα την Αφροδίτη της Μήλου, ένα άγαλμα το οποίο βρισκόταν στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο χτίστηκε πάνω σε μία διαστημική πλατφόρμα. Αρχιτέκτονάς του ήταν ο περίφημος Τραβαζόρι, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από το κίνημα του στρουκτουραλισμού.

Ο ήλιος έκαιγε. Δεν παραπονιόταν, γιατί έτσι μαγειρευόταν γρηγορότερα τα αυγά όρκας που είχε ρίξει πάνω στην καυτή πέτρα. Το καπέλο-ομπρελίνο έκανε καλή δουλειά.

Ήταν κολλημένος εκεί μέρες. Ο δρόμος ήταν κλειστός, και αυτός αποκλεισμένος. Το πυκνό χιόνι είχε καλύψει τα πάντα και η χιονόπτωση συνεχιζόταν. Αυτό κανονικά δεν θα ήταν εμπόδιο για έναν Skywalker, αλλά η ταυτόχρονη ηλιακή καταιγίδα και η τριπλή σύνοδος των πλανητών Άρη-Δία-Κρόνου-Πλούτωνα είχε κάνει την κατάσταση απελπιστική.

Έπρεπε να μεταφέρει το μήνυμα στον δάσκαλό του πάση θυσία. Ταξίδευε ιγκόγκνιτο, και καλά νοσοκόμα, για να μην κινεί τις υποψίες. Η φάρα των SKywalker ήταν εκτός νόμου με το Διαγαλαξιακό Διάταγμα 1432/4007.

Για να καταλάβεις τι παίζει, οι Skywalker ήταν αυτοί που υπό την διακυβέρνησή τους η Γη έγινε υπερδύναμη. Είχαν καταλάβει ηλιακά συστήματα ως τα βάθη του διαστήματος. Αλλά οι Skywalker ήταν σοφοί, και όπου πήγαιναν κυβερνούσαν με τον πολιτισμό, την κουλτούρα και την γνώση, και ουχί με τον βούρδουλα και το μαστίγιο. Τώρα που έγραψα μαστίγιο μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη.Αλλά με άρεσε…

Κάνω ένα μικρό διάλειμμα για θερμομέτρηση γιατί το κόβω ο υδράργυρος να μου μπαίνει στον κώλο. Ναι, εκεί το βάζω το θερμομετρητήρι.

Και αφού επιβεβαίωσα για ακόμη μια φορά ότι τα κείμενα του ιστολογίου τούτου είναι προϊόντα μέθης, μέτριας προς κακής ψυχολογικής κατάστασης ή/και πυρετού, συνεχάου.

Το σωτήριον έτος 3.765 μ.Α. (μετά Αντιχρίστου), την χρονιά του Σκύλου σύμφωνα με το ημερολόγιο ένός χαμένου σήμερα λαού, η Πρώτη Κυρία των Skywalker, η Σουλτάνα Skywalker, της φατρίας Skywalker, το γένος Johnywalker, έκανε γιο. Τον Μάκη (Skywalker, για να μην ξεχνιόμαστε).

Ο Μάκης είχε ένα χαρακτηριστικό. Είχε έξι δάκτυλα. Αυτό θεωρήθηκε κακός οιωνός από τον σαμάνο της φυλής, και αποφασίστηκε να τον πετάξουν στον Καιάδα. Πάντως αν το παιδί μου γεννηθεί με έξι δάκτυλα θα το σκοτώσω. Δεν έχω μεγαλύτερο κακό, γαμώ τους βασιλιάδες σας.

Η Αυτοκρατορία βρέθηκε σε μια περίοδο αναταράξεων. Ο διάδοχος νεκρός, η Πρώτη Κυρία θεωρήθηκε καταραμένη από τους θεούς και οι Βλίμαβλίμα πλησίαζαν τα σύνορα της Αυτοκρατορίας στον τομέα Cygnus XXV.

Ο επιτελάρχης του στρατού άδραξε την ευκαιρία. Με αναίμακτο πραξικόπημα, στο οποίο εξόντωσε καμιά διακοσαριά εκατομμύρια ποταπά ανθρωπάρια, ανέλαβε την εξουσία. Οι Skywalker βρέθηκαν εκτός παλατιού, δημοσίων θέσεων, τους έκαψαν τα σπίτια γιατί θεωρήθηκαν γένος που φέρνει δυστυχία και κακοτυχία και τελικά βρέθηκαν εκτός νόμου. Αχάριστος λαός, τι να πεις.

Ο Domino, δέκατος έκτος απευθείας απόγονος του σκοτωμένου βρέφους, το οποίο θα ονομαζόταν Domino εκ του πατριάρχη του γένους, ήταν μέλος μιας παραστρατιωτικής ομάδας. Το όνομα του και το ταλέντο του τον είχαν βοηθήσει να ανέβει ψηλά στην ιεραρχία.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα αυτής της παραστρατιωτικής ομάδας, που ονομαζόταν Dominion, ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Quickriver στα σύνορα των τομέων Αλβανιστάν ΙΙ και Xipolitos Psaras VI.

Τα αυγά της όρκας ήταν πολύ θρεπτικά και τον είχαν κρατήσει αυτές τις δύσκολες ημέρες σε καλή σωματική και ψυχική κατάσταση. Αλλά το ότι το σχέδιο χτυπούσε πίσω ήταν αυτό που του είχε κουρελιάσει τα νεύρα. Έπρεπε να φτάσει το συντομότερο στον δάσκαλό του. Αν ανακάλυπτε κανένας ότι το τατουάζ του ήταν η μυστική φόρμουλα για να φτιαχτεί η βόμβα Tesla, την είχε κάτσει…

Κατηγορίες: Σαβούρια

Παιχνίδια και άβαταρ: Μια πραγματική ιστορία με πολύ σεχ. Σεχ σε λέω, σεχ.

Δεκεμβρίου 19 , 2007 · 13 σχόλια

Προψέ το απόγευμα είχα βγει στο μπαλκόνι και έκανα ένα τσιγάρο. Χάζευα το χιόνι και ταυτόχρονα ρουφούσα από την κούπα μου με τον Γκούφι κοφτές γουλιές τσάι μήλο εκ Τουρκίας. Είχα πέσει σε σκέψεις, γιατί ο Χάρης μου είχε στείλει πίσω ένα κοντέινερ ζωοτροφές. Ήταν λέει πολύ χοντροαλεσμένες.

Αφού σκεφτόμουν πως θα ρεφάρω, ακούω έναν θόρυβο και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ήταν ένα κίτρινο αεροπλανάκι της DHL. Να με συγχωρέσουν οι κύριοι ιδιοκτήτες άλλων εταιρειών με παρόμοιες υπηρεσίες αλλά στην βιτρίνα του καταστήματος μοντελισμού υπήρχε μόνο κίτρινο αεροπλανάκι της DHL. Ας βγάλουν και αυτοί τέτοια έτσι ώστε να τα βλέπω και να αποκτήσουν μια θέση στις ιστορίες μου.

Ξαφνικά βλέπω να πέφτει ένα δέμα από το αεροπλάνο. Ευτυχώς του φορούσαν αλεξίπτωτο. Ήρθε και έσκασε ακριβώς μπροστά στα πόδια μου. Σκέφτηκα να μην το ανοίξω, γιατί τώρα τελευταία με κυνηγούσαν κάτι περίεργοι τύποι. Αλλά από την άλλη σκέφτηκα, τι θα έλεγε ο προπάππους μου αν με έβλεπε από εκεί ψηλά; Αυτός πολέμησε στις Θερμοπύλες, και εγώ ο εγγονός του φοβόμουν να ανοίξω ένα δέμα;

Τελικά το άνοιξα. Ήταν άδειο. Παίρνω τον αναπτήρα και κοιτάζω καλύτερα υπό το φως του. Υπήρχε ένα χαρτάκι στον πάτο.

“Πες μου γιατί γουστάρεις το άβατάρ σου. Παντοτινά δικός σου, Harisheiz.”

Είχα πάθει σοκ με το ότι ενώ τον σκεφτόμουν εκείνη την ώρα, τσουπ, έσκασε και το γράμμα του. Επίσης είχα πάθει πλάκα και με το θράσος του. Εμ μου είχε στείλει πίσω το κοντέινερ, με κορόιδευε κιόλας. Αλλά αποφάσισα να του απαντήσω. Πήρα ένα μεγάλο ρολό κωλοπέιπερ και το καλό μου το μολύβι και ξεκίνησα να γράφω.

Το πρώτο μου άβαταρ ήταν μια εικόνα με ένα δελφίνι και μια αγελάδα στην θάλασσα. Συμβόλιζε την δουλειά μου και το παράλογο, του οποίου είμαι μεγάλος φαν. Πολύ σουρεάλ. Μια μέρα όμως, η χάθηκε, σαν να έπαθε κάτι το WordPress και μου έκανε delete. Επίσης μια από εκείνες τις ημέρες την ανέβασε και ο Χάρης στο ιστολόγιό του, οπότε κάηκε το θέμα.

Χωρίς πολύ πολύ σκέψη, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, και με έβγαλα μια φωτογραφία. Ναι, είμαι ο Donkey Kong.

Ο Donkey Kong είναι μια μορφή πολύ ψαγμένη. Όταν ξεκίνησε την πορεία του, ήταν κακός. Άρπαζε πριγκιποπούλες και τις έκλεινε σε απόμακρα κάστρα. Μ’ αρέσουν οι κακοί χαρακτήρες. Αυτός είναι ο λόγος νούμερο 1).

Μετά από πολλά χρόνια, ήρθε μια εταιρεία και του λέει του Donkey: Donkey, θα σου κάνω ένα παιχνίδι με πρωταγωνιστή εσένα, αλλά δεν μπορείς να είσαι κακός. Πρέπει να αλλάξεις πλευρά. Σαν ανταμοιβή θα σου δώσω και μερικές μπανάνες παραπάνω. Ο Donkey δέχτηκε.

Στο παραπάνω περικλείονται πολλοί λόγοι. Συνεχίζω την αρίθμηση από παραπάνω:
2) Πούλησε την ιδεολογία του για ένα μάτσο μπανάνες (χρήματα, δόξα, σεξ για άλλους). Μ’ αρέσουν αυτοί που ξεπουλιούνται πολύ εύκολα για το χρήμα. Το χρήμα και η απληστία κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
3) Ακόμη και οι “καλοί”, έχουν λόγο να είναι καλοί. Ο Donkey έγινε καλός για τις μπανάνες και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όλοι αυτοί οι “καλοί” γύρω μας για κάποιον λόγο είναι έτσι. Χρήμα, δόξα ή σεξ. Ή και τα τρία. Μ’ αρέσουν οι καλοί με αιτία.

Ο Donkey στην αρχή έκανε χαμαλοδουλειές. Ανέβαινε σκάλες, κατέβαινε σκάλες. Αυτό ήταν και κυριολεκτικό και μεταφορικό. Σκαλί σκαλί ανέβηκε και έπιασε την επιτυχία. Οπότε:
4) Μ’ αρέσουν αυτοί που αποκτούν κάτι με την δουλειά τους και γίνονται μεγάλοι και τρανοί.
5) Μ’ αρέσουν αυτοί με ιδιόκτητα νησιά
. Και ο Donkey έχει.

Οι παρακάτω λόγοι είναι πιο ελαφριοί, αλλά εξίσου σημαντικοί:

6) Μ’ αρέσουν οι μπανάνες. Και έχει πολλές.
7) Έχει μπράτσα. Θα γούσταρα να έχω τέτοια μπράτσα.
8) Φοράει και γαμώ τις γραβάτες.

Αφού σκούπισα τον ιδρώτα μου, πήρα το χαρτί και το έβαλα στο κουτί ξανά. Σφυρίζω και το αεροπλανάκι ήρθε και το πήρε πίσω. “Πέτα μικρό μου αεροπλανάκι” , του λέω, “πέτα σαν τον άνεμο.”

Και αυτό πέταξε, και χάθηκε στο σεληνόφως.

Χάρη, ευχαριστώ για την πρόσκληση στο παιχνίδι. Εγώ καλώ με την σειρά μου να συμμετάσχουν τους: Taxitzou, Μετεωρίτη, Aerosol.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά και το πνεύμα του Καλοκαιριού.

Δεκεμβρίου 11 , 2007 · 13 σχόλια

“Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να τον παντρευτώ”, μουρμούριζε καθώς γυρνούσε από το άλλο πλευρό. Το ροχαλητό του είχε ξεσηκώσει όλη την οικοδομή στο πόδι και η δύστυχη προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί.

Τον τελευταίο καιρό το κακό είχε παραγίνει. Οι υπάλληλοί της, τα ξωτικά, την κορόιδευαν γιατί οι σακούλες στα μάτια της είχαν γίνει ωσάν τις μαύρες σακούλες που πετάμε τα σκουπίδια. Αλλά οι καλύτερες είναι εκείνες που έχουν μπλε χρώμα και άρωμα λεβάντα. Αυτό για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

“Ναι, τελικά ήταν όντως κακή ιδέα να τον παντρευτώ. Τα τελευταία διακόσια χρόνια δεν κάνω τίποτα άλλο από το να φτιάχνω παιχνίδια που θα χαλάνε αμέσως και θα κάνουν τα παιδιά όλου του κόσμου δυστυχισμένα.”

Ευτυχώς ξεπέρασε τα κόμπλεξ της εκείνη η χώρα που όλοι είναι κίτρινοι και τρώνε ρύζι, οπότε αγόρασαν ένα εργοστάσιο εκεί και τα προϊόντα τους είναι 100% ελαττωματικά, έτσι ακριβώς όπως τα ήθελαν.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά ξύπνησε. Πηγαίνει στον καθρέπτη και κοιτάζει το είδωλο του. “Στυλάκι είμαι ο πούστης”, σκέφτεται και φτύνει τον εαυτό του τρεις φορές να μην αυτοματιαχτεί. Γιατί ως γνωστών το αυτομάτιαγμα είναι η χειρότερη μορφή ματιάγματος και δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα ούτε η μάνα μου, η οποία έχει κάνει μεταπτυχιακό στο θέμα αυτό, στο Ταφτς Γιουνιβέρσιτι, εκεί που στέλνει όλα της τα παιδιά η παράταξη με την δάδα. Και α, και ου, ξεμάτιαγμα παντού.

Πηγαίνει στην ζυγαριά. “Κάθε χρόνος που περνάει αδυνατίζω όλο και πιο πολύ, κάτι πρέπει να κάνω.” Όντως, ήταν τόσο αδύνατος που όταν περπατούσε τα πόδια του μετά βίας ακουμπούσαν το πάτωμα.

Το ζευγάρι είχε το μαγαζί του στην Ανταρκτική, εκεί που οι πιγκουίνοι τρώνε τις πολικές αρκούδες. Απασχολούσαν περίπου διακόσια σατανικά ξωτικά.

Η πουτάνα η κενωνία τον έριξε τον φίλο μας τον Σηλισάβ Σοϊγά στα δύσκολα από την αρχή. Η μάνα του γέννησε δίδυμα. Το ένα στρουμπουλάκι και το άλλο αδυνατούτσικο. Τελικά αποφάσισαν ότι δεν μπορούν να συντηρήσουν και τα δύο, και έτσι έβαλαν το αδύνατο μέσα σε ένα καλάθι και το αμόλησαν στον Νείλο.

Καθώς το καλάθι περνούσε από την Χώρα των Βάσκων, ο αδυνατούλης μπάνισε μια πριγκιποπούλα, και άρχισε να κάνει κουπί με τα στιβαρά του χέρια. Την έφτασε και της λέει: “Θέλω να σε κάνω μαμά μου.”

Και έτσι έπεσε στα χέρια της σατανικής πριγκιποπούλας, η οποία ήταν και μάγισσα μια ψιλή.

Έτσι ο αδύνατος μπόμπιρας μεγάλωσε και έγινε ένας καθώς πρέπει μπαντ γκάι με τα ούλα του.

Ένα βράδυ, η πριγκιπέσα του έσκασε το παραμύθι. “Ο αδερφός σου, ο δίδυμος αδερφός σου, έχει φτιάξει μια καριέρα η οποία είναι καταπληκτική και τον αγαπάει όλος ο κόσμος, σε αντίθεση με εσένα που είσαι μιρμίρης και συνεχώς γκρινιάζεις.”

Ο αδυνατούλης πρώην μπόμπιρας νυν μπαντ γκάι με τα ούλα του έξυσε το κεφάλι του.

“Μην ξύνεις το κεφάλι σου, το αδέρφι σου είναι ο Άγιος Βασίλης, και εσύ πρέπει να τον καταστρέψεις, Σηλίσαβ Σοϊγά.”

Περίμενε πολλά χρόνια για το όνομά του, και επιτέλους, εκείνη την στιγμή, απέκτησε ένα. Ήταν ο Σηλίσαβ Σοϊγά, που στο άκουσμά του οι λύκοι τα κάνανε πάνω τους και ο Κωστάκης από τον δεύτερο κλειδωνόταν στην ντουλάπα με τα πρεταπορτέ της μάνας του και τις ζαρτιέρες του πατέρα του. Ήταν ωραίες εκείνες οι ζαρτιέρες, κόκκινες δαντελωτές με κεντημένες πασχαλίτσες. Πολύ σούπερ ουάου σε λέω. Επίσης ας υποθέσουμε ότι ο Σηλίσαβ Σοϊγά δεν ήξερε το όνομά του ως αυτήν την στιγμή, αλλά δεν μπορούσα να τον λέω συνέχεια “ο αδυνατούλης”. Καταλάβατε;

Έτσι, ο Σηλίσαβ Σοϊγά πήγε στην Ανταρκτική, και προσπαθούσε να χαλάσει την φήμη του αδερφού του που του στέρησε την χαρά να μεγαλώσει με στοργή και Προδέρμ. Έφτιαξε εκεί μια φάμπρικα, έφτιαχνε χαλασμένα παιχνίδια και τα μοίραζε σε όλον τον κόσμο. Είχε κατάσκοπο στο τμήμα εξυπηρέτησης του Άγιου Βασίλη, και έτσι άρπαζε πολλά από τα γράμματα που κανονικά πηγαίναν στον ορίτζιναλ. Οπότες ο πραγματικός Άγιος Βασίλης δεν έβλεπε ορισμένα γράμματα ποτές. Σαν τα τα έκανα λίγο αχταρμά εδώ αλλά βαριέμαι να διορθώσω γιατί απλά βαριέμαι.

Φέτος ήταν η μεγάλη χρονιά. Όλα τα γράμματα του Άγιου Βασίλη θα ερχόταν σε αυτόν. Πως; Ήταν ένα καταπληκτικό κατασκεύασμα, χρήμα το έλεγαν, και όποιος το έπαιρνε έκανε την πάπια και ότι του έλεγες. Δηλαδής λάδωσε όλους τους ταχυδρομικούς υπαλλήλους του κόσμου. Οι πιο φθηνιάρηδες ήταν σε μια χώρα που η υπηρεσία λεγόταν El.Ta.. Για μια μπριζόλα πουλάνε και την μάνα τους αυτοί. Έχω την υποψία ότι ένας πελάτης μου πούλησε την γυναίκα του, γιατί αυτή εξαφανίστηκε και αυτός κυκλοφορεί με δεσμίδες χαρτονομίσματα των πενήντα ευρών.

Όπερ και εγένετο. Και η φάμπρικα δούλευε μέρα νύχτα για να φτιάξει ελαττωματικά παιχνίδια για όλα τα παιδιά του κόσμου. Μπάρμπι με στήθος τρία νούμερα μικρότερο από το κανονικό. Τρενάκια που αντί να σέρνουν βαγόνια σέρνουν ανθρώπινα μέλη. Τηλεκατευθυνόμενα που πατάνε όποιον βρεθεί στο διάβα τους. Επιτραπέζια με πεντάλφες. Αλλά το σατανικότερο απ’όλα ήταν ένα: ο λούτρινος Μπομπ ο Σφουγγαράκης.

Στις δώδεκα και πέντε δευτερόλεπτα, καθώς έμπαινε ο νέος πάσχας, όλη η υφήλιος άρχισε να ταρακουνιέται. Είχε συμβεί αυτό που περίμενε ο Σηλίσαβ Σοϊγά: Όλα τα παιδάκια του κόσμου έκλαιγαν ταυτόχρονα.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά γελούσε και χαιρόταν με την επιτυχία του. Όμως κάτι τον ενοχλούσε. Τα παιδάκια δεν σταματούσαν να κλαίνε. Μια βδομάδα, ένας μήνας, ένας χρόνος. Δεν μπορούσε πλέον να κοιμηθεί, τα νεύρα του είχαν γίνει τσατάλια και η γυναίκα του τελικά τον παράτησε. Το ροχαλητό το πάλευε, αλλά αυτό δεν το σήκωνε.

Μόνος και έρημος, και χωρίς φάμπρικα πλέον -την πούλησε σε Άραβες επενδυτές από την Νεμπράσκα διότι είχε επιτύχει τον σκοπό του- δεν ήξερε τι να κάνει. Κόντευε να τρελαθεί. Τότες αποφάσισε να πάει να βρει τον αδερφό του και να του ζητήσει συγγνώμη. Μετά, θα δούλευε για να διορθώσει το κακό που έκανε.

Πήρε το Πολικό Εξπρές με τον Τομ Χανξ και ουχί Χανκς και πέταξε στην Αρκτική. Πήγε έξω από το μέγαρο του αδερφού του. Χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγει ο αδερφός του.

Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει και στο “Πάμε Πακέτο” :

-Αδερφέ μου!
-Αδερφέ μου!
-Χαίρομαι που σε βλέπω!
-Και εγώ!
-Η Σούλα καλά;
-Καλά, καλά. Η Τούλα;
-Χώρισα με την Τούλα.
-Γιατίς;
-Ασυμφωνία χαρακτήρων.
-Α, κρίμας.
-Αδερφέ, θα με συγχωρέσεις;
-Για πιο πράμα;
-Που σου κατέστρεψα την φήμη…
-Φυσικά βρε κουτό, είμαι ο Άγιος Βασίλης, είμαι καλός από τη φύση μου! Έλα μέσα να σε κεράσω ένα μπράντυ.

Περνάνε στο σαλόνι, και ο Σάντα βάζει δυο ποτά. Ο Σηλίσαβ Σοϊγά το πίνει με ευχαρίστηση. Ο Άγιος δεν το ακουμπάει καν στο στόμα του.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά ξαφνικά αρχίζει να κυλιέται στο πάτωμα.

-Καταραμένε Χαγιάτε, τι με έκανες; Τι είχε το μπράντυ μέσα; Γιατί με σκοτώνεις;
-Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Φεργουέλ ντάρλινγκ. Σουυυυύλα, φέρε μια σκούπα και ένα φαράσι.

Κατηγορίες: Σαβούρια

Καπιταλισμός και ευαισθησία. Οι μη έχοντες MSc στα οικονομικά παρακαλούνται να αποχωρήσουν.

Δεκεμβρίου 4 , 2007 · 16 σχόλια

Ο εργολάβος προχωρούσε με τα σχέδια παραμάσχαλα. Φορούσε το κράνος του και μιλούσε συνεχώς. Έδειχνε που θα μπουν οι πόρτες, που οι τουαλέτες, πως θα μπει η ξύλινη γυριστή σκάλα και το συρφετό τον άκουγε με προσοχή.

Ήταν όλοι τους καλοντυμένοι. Κοστουμαρισμένοι οι άνδρες, ταγιεροφορεμένες οι γυναίκες. Ήταν σαν την μύγα μες στο γάλα. Οι Τατζίκοι χτίστες τους έβλεπαν και τους γυρνούσαν τα μυαλά. Όποτε ερχόταν δεν μπορούσαν να λουφάρουν καθόλου.

Ο όμιλος, μετά τις τελευταίες εξαγορές, χρειαζόταν καινούρια χεντκουόρτερς που λέει και η γιαγιά μου. Ειδικότερα μετά την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου του επιταχυντή σωματιδίων CERM στο όγδοο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Καλαμπάκας-Παλαιοκαστρίτσας. Κάπου έπρεπε να σπιτωθούν όλοι αυτοί οι σαλεμένοι επιστήμονες.

Ο όμιλος MIRAGE, που σημαίνει Made In Nebraska όπως άλλωστε είναι προφανές, είχε στα κουμάντα έναν απίστευτο τύπο, τον Domino Exitpoulos. Μεγάλος επιχειρηματίας. Ξεκίνησε την σταδιοδρομία του με ένα γυράδικο και το έκανε αλυσίδα. Μετά την πούλησε και αγόρασε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα στο Μαϊάμι. Πουλώντας τις πορτοκαλάδες που παρήγαγε, άρχισε να χτίζει τσιμεντόλιθο προς τσιμεντόλιθο την αυτοκρατορία του.

Είμαι στο τσακ να χώσω μερικούς εξωγήινους και να γίνει της μουρλής το πανηγύρι αλλά θα κρατηθώ.

O εργολάβος μας λοιπόν είχε φτύσει αίμα για να πάρει αυτήν την δουλειά. Ήταν η μπίζνα που θα τον ξεχρέωνε από το διακοποδάνειο που είχε πάρει για να πάει στις Σεϋχέλλες το καλοκαίρι του ‘88. Ωραία είχε περάσει τότες. Έπινε μοχίτα και έτρωγε χουρμάδες από τα κακαόδεντρα. Βέβαια όλα τα ωραία κρατάνε λίγο. Η τότε πανέμορφη γυναίκα του έχει γίνει πλέον σαν την αγελάδα στο Γάλα Βλάχας και αυτός σαν τον τάρανδο του Γιαγκερμάιστερ. Από τους χουρμάδες και τα μοχίτα απέκτησε κολίτιδα και το παιδί τους που μάλλον το σκαρώσανε τότε βγήκε βλαμμένο.

Όλα αυτά τα χρόνια έκτιζε διάφορες οικοδομούλες για να τα βγάλει πέρα. Πλήρωνε ίσα ίσα τους τόκους του δανείου και όσα του περίσσευαν τα επένδυε για βγάλει το κατιτίς παραπάνω.Η προκαταβολή αυτού του τιτάνιου έργου του είχε έρθει ως μάννα εξ ουρανού. Ο φίλος του ο Μάκης, ο καφετζής, του είχε πει να τα παίξει σε ομόλογα συνδεδεμένα με την αγορά των subprime στην Αμέρικα, για να κερδίσει την διαφορά. Και έτσι έπραξε.

Και τότε ήρθε εκείνη η καταραμένη μέρα. Τα subprimes κατέρρευσαν, το καφενείου του Μάκη έκλεισε και μην τον είδατε, και το κυριότερο, τα λεφτά που προοριζόταν για τα γραφεία της MIRAGE πέταξαν.

“Τώρα την γαμήσαμε”, σκέφτηκε ο εργολάβος καθώς έβλεπε στις ειδήσεις τα νέα και για να συνέλθει έβαλε ένα τζιν με σπράιτ.

Όλο το βράδυ στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του. Η ρήτρα του συμβολαίου έλεγε ότι αν δεν έφερνε σε πέρας το έργο θα γινόταν ο προσωπικός ευνούχος του Exitpoulos.

Την άλλη μέρα λοιπόν, έκανε βόλτα τους καλοντυμένους στο εργοτάξιο. Προσπαθούσε να κρύψει το άγχος και την αγωνία του. Το πέτυχε. Ήταν ένα από τα ταλέντα του, να βάζει μία μάσκα και να κρύβει από κάτω της όλα του τα συναισθήματα.

Όταν έφυγε ο κόσμος, κλείστηκε μέσα στο Kibo και άρχισε να σκέφτεται. Μετά από λίγο, του ήρθε. Θα έβαζε τους εργοδότες του να του καλύψουν αυτά που έχασε. Κλέβοντας ένα υποκατάστημα της Mirage Popular Bank…

Πετάχτηκε έξω από το Kibo και πήγε στο πλησιέστερο μαγαζί με είδη κάμπινγκ. Ψαροντούφεκο, σλίπινγκ μπαγκ και μια λάμπα θυέλλης. Πήρε και ένα πολύ ωραίο στρατιωτικό καπέλο γιατί του άρεσε. Στο pdf του βρήκε το πλησιέστερο υποκατάστημα. Πήρε το παπάκι του, τον Κόναν, και οδήγησε ως εκεί.

Μπαίνει μέσα. Βγάζει την Μπερέτα του.

“I might execute every mothefucker last one of you”, φωνάζει υστερικά και οι θαμώνες της καφετέριας πέφτουν στο πάτωμα. Πλησιάζει τον ταμία, βάζει τα λεφτά σε ένα τσουβάλι και τρέχει στην έξοδο. Έτρεξε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ. Το παπάκι του, ο Κόναν, προσπαθούσε να τον προλάβει, αλλά τα μεγάλα του πατουσάκια δεν τον βοηθούσαν.

Η μισή αστυνομική δύναμη της Νέας Υόρκης ήταν από πίσω τους. Και τους έφτασαν. Μόλις ο μπάτσος άπλωσε το χέρι να βουτήξει τον εργολάβο, ήρθαν επιτέλους οι εξωγήινοι που τελικά δεν άντεξα και τους έχωσα.

Μια δέσμη φωτός τους σήκωσε και τους έβαλε μέσα στο mothership.

Ανακουφισμένος ο εργολάβος, αλλά και απορημένος, άνοιξε τα μάτια του. Αντίκρισε μερικούς εξωγήινους, οι οποίοι ήταν μπλε σαν μια θάλασσα από στάχυα. Και τότε πάγωσε. Ανάμεσα τους ήταν και εκείνος…

“Ώστε είναι αλήθεια, είσαι ένας…”, ψελλίζει…

Ο Domino Exitpoulos χαμογελάει χαιρέκακα.

“Τώρα που έμαθες το μυστικό μου πρέπει να σε σκοτώσω. Αριβεντέρτσι Ρόμα.”

Ζιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιοοοοοοοοούν (ακτίνα λέιζερ)
Ααααχχχχχχχχχχχχχχχχχ( εργολάβος)
Ζιιιιουυυυυυυυυυυυυννν (ακτίνα λέιζερ)
Κουυυαααααααάκ ( Κόναν)
Χαχαχαχαχαχαχαχα (Exitpoulos)

-Η σκηνή τελειώνει με την κάμερα να δείχνει τον Exitpoulos που γελάει, παίρνει ύψος και τα γέλια του χάνονται καθώς απομακρυνόμαστε-

FIN

Κατηγορίες: Σαβούρια