Aντάρης

Η πόλη των Αρκουδακίων ήταν σε αναβρασμό. Είχε μαθευτεί ότι σε λίγο κατεύθανε ο στόλος και είχαν βγει τα περισσότερα Αρκουδάκια στον δρόμο. Οι ιερόδουλες κατηφόριζαν προς το λιμάνι για να κάνουν σεφτέ με τα ναυτάκια που είχαν να δουν γυναίκα για έτη φωτός. Σε εκείνη την εποχή, το ιντερέσιαλ σεξ είναι κάτι το συνηθισμένο, οπότε μην ανησυχείτε για το τι θα βγει αν σπάσει το προφυλακτικό.

Οι αντάρτες του Συννεφούλη πολιορκούσαν τα δημόσια κτίρια, πλέον οχυρά των Σκιών. Παιδιά, παππούδες και γατιά είχαν βγάλει τις χάλκινες ζώνες που περιόριζαν τις μαγικές κοιλίτσες τους και τα έκαναν όλα πουτάνα.

Όμως και οι Σκιές δεν καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια. Πετούσαν ανάμεσα στα Αρκουδάκια και έμπαιναν μέσα τους από τα ρουθούνια. Έπαιρναν τον έλεγχο και βρέθηκαν να πολεμούν τα Αρκουδάκια μεταξύ τους, αδερφός με αδερφό, πρών γκόμενα με νυν. Πολύ κατεστραμένο μανικιούρ σε λέω.

Ο Συννεφούλης είχε έναν τηλεβόα και συντόνιζε τις επιθέσεις. Ήξερε ότι μπορούσαν να αντέξουν για λίγο ακόμα, ίσως ήταν και ζήτημα ωρών η συνθλιβή τους. Αλλά ήλπιζε ότι ο αστρικός στόλος της Ομοσπονδίας ήταν κοντά. Ανέβηκε πάνω σε ένα αυτοκίνητο και απευθύνθηκε στα Αρκουδάκια.

«Γενναία Αρκουδάκια, φίαρ νοτ, γιατίς θα τους πάρουμε τα σώβρακα. Απόψες τους στέλνουμε πίσω στην διάστασή τους, να πλάθουν μουστοκούλουρα και να τρώνε λαχανοντολμάδες.»

Αυτά τα λόγια του αρχηγού δημιούργησαν κλίμα συγκίνησης αλλά και ενθουσιασμού. Τα Αρκουδάκια ακτινοβολούσαν με ακόμη περισσότερη δύναμη.

«Ακτινοβολήστε Αρκουδάκια, έτσι όπως δεν έχετε ακτινοβολήσει ποτές.»

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός μακριά

Ο υποδιοικητής του Στόλου, ο Αντιναύαρχος Πατέκ Φιλίπ, ήταν ανήσυχος. Παρατηρούσε το Ναύαρχο που ετοίμαζε τα αστρόπλοια για μάχη, αλλά φαινόταν ότι είχε ενστάσεις. Αυτό το κατάλαβε ο νεαρός μούτσος που του έφτιαχνε καφέδες, οπότε τον ρώτησε.

-Κύριε Αντιναύαρχε, τι έχετε; Δεν χαίρεστε που θα ξεπατώσουμε το ρυπαρό αυτό γένος από έναν ακόμη πλανήτη;

Τα γερασμένα μάτια του Πατέκ κοίταξαν το νεαρό, ώριμο παλλικάρι.

-Κωστάκη, είμαι με το Ναύαρχο χρόνια μαζί, από την σχολή του ναυτικού ακόμα. Ήμουν πάντα δίπλα του, πιστός του φίλος και συνεργάτης. Αλλά…
-Πείτε μου κύριε Αντιναύαρχε, πείτε μου, αλλά τι;
-Ήταν πριν δεκατέσσερα χρόνια, στο ηλιακό σύστημα του Αντάρη. Οι Εκείνοι είχαν καταλάβει τον πλανήτη ενός σπουδαίου λαού, των Dominians. Ζούσαν πίνοντας μπύρες και τρώγοντας πιτόγυρα, καταλαβαίνεις πόσο μπροστά ήταν…

Ο μούτσος κούνησε το κεφάλι του με δέος. Είχε ακόυσει γι’αυτούς. Όντως ήταν πολύ μπροστά.

-Είχαμε πορεία προς τα εκεί. Ήταν όμως και η πρώτη φορά που είχαμε προσαρμόσει στη ναυαρχίδα μας, το Κάτι-σαν-σαρκ, τον Αρμάνι και τον Βερσάτσε. Ο πλανήτης των Dominians είχε πραγματικά γεμίσει Σκιές, αδύνατον να νικήσουμε με συμβατικά όπλα. Οπότε και τα οπλίσαμε.
-Και μετά, και μετά;
-Φτάσαμε στον πλανήτη και βλέπαμε τους κατοίκους να σφαγιάζονται από Εκείνους. Βλέπαμε γυναικόπαιδα να έχουν καταληφθεί από εκείνους και να μαχαιρώνουν το ένα το άλλο. Οι υπόλοιποι ξέμεναν από πυρομαχικά. Έβλεπαν τις Σκιές να κατασπαράζουν τις ζωντανές τους σάρκες. Κοιτούσαν προς τα πάνω γεμάτοι ελπίδα. Αλλά εμείς…
-…;
-…εμείς δεν κάναμε αυτό που έπρεπε.

Ένα δάκρυ κύλησε στο ρυτιδιασμένο, όμορφο προσωπάκι του.

-Δεν σε πιάνω Αντιναύαρχε.
-Ο Ναύαρχος κοιτούσε την σφαγή, ώσπου έκανε νόημα τον πλοηγό να μας ξαναβγάλει στο υπερδιάστημα. «Είδαμε αρκετά», του είπε. Η ναυαρχίδα μας απομακρύνθηκε μερικές χιλιάδες έτη φωτός από τον πλανήτη, σα να ήθελε να είναι μακριά από αυτό που θα ακολουθούσε.
-Και τι ακολούθησε;
-Σου έχω πει πόσο σπαστικός είσαι; Αν δεν ήξερα τον θειο σου που είναι εφοριακός, θα σε έστελνα στον πυρηνικό αντιδραστήρα να φτυαρίζεις πλουτώνιο για να δουλεύει το πράμα. Τέλος πάντων, διέταξε να πατήσουν το κουμπί.
-Το κουμπί;
-Η αρχαία και τρομακτική δύναμη του Αρμάνι και του Βερσάτσε εξαπολύθηκαν. Δύο περιστρεφόμενες ακτίνες φωτός, η μία μπλε και η άλλη μωβ, η μία μέσα στην άλλη. Και χτύπησαν τον πλανήτη. Και τότε απέκτησε ο Ναύαρχος το παρατσούκλι του.
– Ο Καταστροφέας των Κόσμων;
-Ναι, ο Καταστροφέας των Κόσμων. Οι Dominians εξαφανίστηκαν, μαζί τους και το μυστικό για τον καλύτερο χοιρινό γύρο του γαλαξία.

Έβγαλε μια φωτογραφία και την έδωσε στον μούτσο.

-Να, κοίτα τον.

Όντως, ακόμα και από αυτήν τη ασπρόμαυρη φωτογραφία φαινόταν ότι ήταν ο καλύτερος γύρος του γαλαξία.

Την αφήγηση διέκοψε η φωνή του πλοηγού.

«Μπήκαμε στην ατμόσφαιρα κύριε Ναύαρχε, αναμένω εντολές σας.»

Βγάλτε τα έξω και κοπανήστε τα στο πληκτρολόγιο: Μια νέα εποχή ξεκινά!

Επειδής σας αγαπάω πάρα πολύ, και επειδής θέλω αυτό το ιστολόγιο να προσφέρει το μάξιμουμ (ή μαξιμουν) επίπεδο καψίματος (ή καΐλας), ηδονής και καταστροφής, υπέγραψα ένα συμφωνητικό με την σχολή καλών τεχνών της Γκρενόμπλ στη μακρινή….εεε…εεεε….Πορτογαλία, ναι, Πορτογαλία, εκεί είναι η Γκρενόμπλ, και σας παρουσιάζω περήφανα (πράουντλι πριζέντ):

The Domino Care Bears in technicolour , by Noula
Ο φοβερός Αρκουδάκης την ώρα της καταστροφής

Από αριστερά: μια άγνωστη ιερόδουλη, ο πρώτος αρχηγός των Αρκουδακίων, ο Αρκουδάκης, και μια γνωστή ιερόδουλη, η Παστελίτσα.

Η Μεγάλη Άρκτος (της αγάπης πάντα).

Ο Ζαχαρούλης περπατούσε στο σκοτεινό σοκάκι. Σπασμένα πλακόστρωτα, καπνοί παντού, σειρήνες, μισογκρεμισμένα κτίρια, αρκουδάκια-τζάνκια πεσμένα, αρκουδάκια-ζόμπι παραπέρα (ευτυχώς που είναι παραπέρα γιατί αν κάτσω να γράψω και καμιά σκηνή μάχης του Ζαχαρούλη με τα αρκουδάκια-ζόμπι θα γεμίσει ο τόπος αρκουδίσιο αίμα και δεν βγαίνει με τίποτα το μπουρδέλο), πεσμένες κολώνες ηλεκτροδότησης. Φυσικά είναι νύχτα, και το φεγγάρι είναι κόκκινο.

Πήγαινε να βρει την ιερόδουλη (μα τι πολιτισμένος είμαι ο πουστς) που είχε ερωτευτεί.

Ο Ζαχαρούλης ήρθε τον τελευταίο μήνα από την επαρχία. Πιτσιρικάς, δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό του. Όμως η ιδέα της επανάστασης τον έφερε στην πρώην πρωτεύουσα, η οποία βρωμούσε πύον και σκόρδο.

Τις πρώτες μέρες ήταν χαμένος. Όμως ο Συννεφούλης, ο αρχηγός της Αντίστασης, είχε οργανώσει ομάδες οι οποίες αναζητούσαν τους νεοφερμένους και τους οδηγούσαν στα κρησφύγετα πριν γίνουν αντιληπτοί από Εκείνους και σφαγιαστούν.

Εκεί έκανε παρέες, και σε μία από αυτές ήταν και η Παστελίτσα. Στην κοιλίτσα της είχε το σήμα του αγοραίου έρωτα. Εάν βρει κανένας πιο σήμα είναι αυτό θα του δώσω δώρο ένα κιλό καλαμπόκι κομπόστα. Άβγαλτος καθώς ήταν ο καημένος ο Ζαχαρούλης, δεν κατάλαβε τίποτα. Την ερωτεύτηκε.

Τώρα πήγαινε να την βρει.

Στα σκοτάδια.

Μόνος.

Την βρήκε. Εδώ άνετα θα μπορούσε να τελειώσει η ιστορία, αλλά θα συνεχίσω, γιατί με αγαπάτε.

Η Παστελίτσα πολύ χάρηκε που τον είδε. Πρώτη φορά κάποιος ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ γι’αυτήν. Του έδειξε ένα χαρτόκουτο που ήταν παρατημένο παραδίπλα και του έκλεισε το μάτι. Μπήκαν μέσα. Τραγουδούσαν Τσαλίκη ως το πρωί αγκαλιασμένοι.

Κρατήστε αυτό το ζευγάρι για αργότερα…Φτάνει τόσος έρωτας, πάμε στην καΐλα τώρα.

Μερικά εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, ο αστρικός στόλος ταξίδευε σε ταχύτητα δίνης. Ήταν οι δυνάμεις του Τατζικιστάν. Η Ομοσπονδία του Τατζικιστάν στο ολόκληρο. Κυνηγούσαν τις Σκιές από γαλαξία σε γαλαξία, από ηλιακό σύστημα σε ηλιακό σύστημα, από πλανήτη σε πλανήτη, από φεγγάρι σε φεγγάρι. Το μίσος ξεκίνησε όταν Εκείνοι κατέστρεψαν τον πλανήτη των Τατζίκων πριν χιλιάδες χρόνια. Έζησαν δεκάδες χρόνια σκλάβοι στον ρημαγμένο τόπο τους.

Ένα βράδυ (για τότες μιλάω ακόμα), οι Τατζίκοι και οι Σκιές είδαν έναν μετεωρίτη να σκάει κάπου πάνω στον πλανήτη. Τρεις μέρες μετά κατάλαβαν ότι δεν ήταν μετεωρίτης.

Μην ήταν η Φαίη; (ινσάιντ τζόουκ του κώλου, αλλά μ’αρέσει!)

Όχι.

Ήταν ο Όπτιμους Πράιμ.

Αν αναρωτιέστε, τρεις μέρες κράτησε το τζετ λαγκ.

Ο Όπτιμους έδιωξε τις Σκιές από τον πλανήτη των Τατζίκων. Έμεινε μαζί τους για δέκα ολόκληρα χρόνια. Τους έμαθε πράματα που ούτε πίστευαν ότι υπάρχουν. Τους έδωσε την τεχνολογία της ψυχρής σύντηξης. Τους έμαθε να φτιάχνουν διαστημόπλοια. Τους έμαθε να ταξιδεύουν και στις δώδεκα διαστάσεις. Τους έμαθε να μαγειρεύουν στραπατσάδα. Τους έμαθε τα Αρμάνι και τα Βερσάτσε. Αλλά με την υπόσχεση ότι θα τα χρησιμοποιήσουν όλα αυτά για να εξαφανίσουν Εκείνους.

Δημιούργησαν τον μεγαλύτερο και ισχυρότερο στόλο που έγινε ποτέ. Έκαναν σύμμαχο κάθε δύναμη που εναντιωνόταν σε Εκείνους. Έτσι δημιουργήθηκε η Ομοσπονδία, η οποία, αν υποθέσουμε ότι Εκείνοι ήταν οι κατσαρίδες, αυτή ήταν η τέζα.

Ο αρχηγός του στόλου ήταν ο Ναύαρχος. Σκέτο. Δεν είχε όνομα. Δεν είχε τόπο. Δεν είχε ελπίδα. Δεν είχε καμιά πατρίδα. Το πρόσωπό του ήταν πάντα καλυμμένο και ξεχώριζαν μόνο τα μάτια του. Τα λαμπερά μάτια του. Το μίσος του για Εκείνους ήταν απύθμενο. Κανεις δεν ξέρει γιατί ακριβώς. Το μόνο που ήξεραν όλοι ήταν ότι ο Ναύαρχος ήταν ο χαρισματικότερος ηγέτης που είχαν οι Τατζίκοι. Ο τύπος έσπερνε. Υπήρχε και ένας θρύλος ότι είχε πάρει μέρος στο Κάστρο του Τακέσι. Ρισπέκτ.

Ο Ναύαρχος καθόταν στην καρέκλα του και κοιτούσε τα άστρα να περνούν με απίστευτη ταχύτητα.

«Πλοηγέ, βάλε τους υαλοκαθαριστήρες, γέμισε το παρμπρίζ μυγάκια. Επίσης άναψε τα όπλα Αρμάνι και Βερσάτσε να ζεσταίνονται.», είπε με την βαθιά φωνή του.

«Μάλιστα καπετάνιο», αποκρίθηκε ο πλοηγός. Είχε ενθουσιαστεί γιατί είχαν χρόνια να χρησιμοποιήσουν αυτά τα όπλα. Θα γινόταν μεγάλο μπαντιρντί.

Η ναυαρχίδα του στόλου γυάλιζε στο κόκκινο φως του ήλιου αυτού του συστήματος. Σε λίγες ώρες θα ήταν σε τροχιά πάνω από την Αρκουδοαγαπούπολη…

Το μαύρο επεισόδιο: Μαυρίλα και πάλι μαυρίλα.

«Ο ήχος της βροχής που μαστίγωνε την πυκνή ζούγκλα ακουγόταν όπως ο ήχος της βροχής που μαστιγώνει την πυκνή ζούγκλα. Ο μικρός ελέφαντας βρήκε ευκαιρία να ξεμυτίσει και να φάει φρέσκο πράμα. Εάν δεν έτρωγε τώρα που ήταν στην ανάπτυξη, πότε θα έτρωγε; Όταν θα έφτανε τα τριανταπέντε και θα τα έβαζε σε φάρδος;

Καθώς βοσκούσε αμέριμνο το μικρό ελεφαντάκι, είδε μία λάμψη στον ουρανό.
‘Μπα, η ιδέα μου θα είναι’, σκέφτηκε.

Όμως η λάμψη ξαναεμφανίστηκε, και μάλιστα αυτή τη φορά δεν εξαφανίστηκε, αλλά ερχόταν προς αυτό.
Ο ελεφαντούλης άρχισε να τρέχει σα να είδε το Μικιμάους. Και έτρεχε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ, σαν τη Λόλα δηλαδής.

Όμως η λάμψη ήρθε από πάνω του. Και όπως περιμένατε, ναι, ήταν ένας ιπτάμενος δίσκος. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, έντονο φως έλουσε τον ελεφαντάκο, ο οποίος άρχισε να πετάει προς τον ιπτάμενο δίσκο.

Οι απαγωγείς τον οδήγησαν στο Homestar τους που λεν’ και στο χωριό μου. Εκεί, με φρικτά βασανιστήρια δημηούργησαν αυτό το τέρας που μας σκλάβωσε.»

Έτσι τελείωσε η ιστορία του Αρκουδάκη, του παλιού αρχηγού των ένδοξων Αρκουδακίων, πλέον μέντορα της επανάστασης και σοφό θεωρητικό καθοδηγητή της Αντίστασης, στα νεαρά αρκουδάκια που ήρθαν να τον βρούνε κρυφά από Εκείνους.

Η άλλωτε περήφανη πόλη, με τα λευκά τείχη και τους ψηλούς καστρόπυργους, ήταν τα τελευταία πέντε χρόνια γκρι. Σκιές κυριαρχούσαν στους δρόμους. Όσα αρκουδάκια αποφάσισαν να υποκύψουν, φορούσαν χάλκινη ζώνη που δεν άφηνε τις κοιλίτσες τους να κάνουν τα μαγικά τους. Τα υπόλοιπα είτε έφυγαν στην επαρχία, όπου η παρουσία Εκείνων ήταν σπάνια, ή κρύφτηκαν στους υπονόμους, και δημιούργησαν την Αντίσταση.

Όλα άλλωστε ήταν γραμμένα. Τα είχε προφητέψει ο Domino και τα είχε γράψει στα βιβλία του. Έξι βιβλία μόνο είκοσι ευρώ. Τελευταίες μέρες παρουσίασης του πακέτου.

«Φουξ ελέφαντας θα έρθει να μας φάει, αλλά θα τον τσακίσουμε, και θα μας παρακαλάει.
Πέντε χρόνια θα υπομένουμε, αλλά στο τέλος θα αρμέγουμε.
Απ’τη φυλακή του θα ελευθερωθεί, με ρόδες γρήγορες θα έρθει να μας βρει.
Το αίμα θα κυλήσει σαν από γάργαρη πηγή, χωρίς δάκρυα, χωρίς οργή.»

Στιχάκια του κώλου, αλλά τι να κάνουμε, αυτά γράφει η προφητεία.

Αρχηγός πλέον ήταν ο Συννεφούλης. Ο γαλλικός μπερές και το υπερβολικό πάχος του τον έκαναν να ξεχωρίζει. Μερικούς μήνες μετά την επίθεση, είχε μπορέσει να οργανώσει τα εναπομείναντα αρκουδάκια. Αλλά τα πράματα ήταν δύσκολα. Οι Εκείνοι έστελναν ηλεκτρομαγνητικους παλμούς στους υπονόμους για να τους εξοντώσουν.

Όμως τις τελευταίες μέρες κάτι άρχισε να αλλάζει. Υπήρχε μια φήμη ότι ένας αστρικός στόλος κατευθυνόταν προς την πόλη τους, με άγνωστο αρχηγό αλλά με σαφή σκοπό: να εξοντώσει το κακό.

Και ξέρετε τι σημαίνει αστρικός στόλος: πόνος, πολύς πόνος…

Τα ελεύθερα αρκουδάκια άρχισαν να έρχονται μυστικά στην πόλη και να μπαίνουν στην Αντίσταση. Οι υπόνομοι έκρυβαν στα σπλάχνα τους κάτι από το χρώμα της παλιάς πόλης. Όπλα ερχόταν συνεχώς από σήραγγες δεκάδων χιλιομέτρων σκαμμένες με τις πατούσες και μόνο. Τα τρόφιμα ερχόταν από τους μπαχτσέδες σε κάρα που τα έσερναν τυφλοπόντικες και έσκαβαν τον δρόμο τους μέσα στα σκοτάδια. Τα αρκουδάκια-μάγοι έβραζαν διάφορα φίλτρα και μελετούσαν νέες υπερφυσικές δυνάμεις που αντιστεκόταν στις σκιές. Ακόμα και τα παιδάκια έφτιαχναν γιο-γιο με εκρηκτικά.

Αν όλα αυτά ήταν μάταια θα το ήξεραν σε μερικές ημέρες.

Πωπω ρε πούστη, μαύρισε η ψυχή μου μαύρισε….

Τα Αρκουδάκια της Αγάπης: Το χαμένο επεισόδιο, part 2

Ο Αρκουδάκης έβλεπε τον φουξ ελέφαντα να πλησιάζει προς την Αρκουδοαγαπούπολη με ύφος συνοφρυωμένο. Το μυαλό του γυρνούσε πιο γρήγορα και από μπλέντερ εκείνη τη στιγμή, προσπαθόντας να βρει λύση.

Το πρώτο που του πέρασε από το μυαλό ήταν να τον πλακώσει με το καλάσνικοφ. Όμως το ξανασκέφτηκε γιατί είχε δει σε ένα ντοκιμαντέρ ότι απαγορεύεται να σκοτώσεις ελέφαντα με καλάσνικοφ. Οπότε διέγραψε την επιλογή.
Το άλλο που του πέρασε από το μυαλό ήταν να στείλει sms στο Κρητικό αρκουδάκι, το Πυρηνικάκη. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι ακόμα και αν νικούσαν, η ένδοξη πόλη τους θα γινόταν ένας σωρός από ερείπια και τα αρκουδάκια πλέον θα είχαν τέσσερα μάτια και πέντε χέρια. Δεν έλεγε.

«Δε λέει», σκέφτηκε.

Ο φουξ ελέφαντας συνέχισε να έρχεται. Ετοιμαζόταν να χρησιμοποιήσει την τεράστια προβοσκίδα του, η οποία ήταν σα μακαρόνι από το παστίτσιο του Ρεκόρ Γκίνες στην Ουρουγουάη το 1895, για να ρουφήξει όλη την αγάπη.

Οι νευρικές κινήσεις του Αρκουδάκη τον έκαναν να ακουμπήσει το φυλαχτό. Το κράτησε στα χέρια του και το κοίταξε. Το βιοσυμβατό τιτάνιο γυάλιζε στο σούρουπο. Συνέχισε να το κοιτάζει. Τότε το σήκωσε στον αέρα και φώναξε:

«Domiiinooooooooooo».

Τώρα φέρτε στο μυαλό σας εκείνη την κλισεδιά που τρομάζουν τα πουλιά και πετάνε, που το πλάνο ανοίγει κ φτάνει στο διάστημα και λοιπες μαλακίες.

Ο ελέφαντας σταμάτησε να περπατάει. Ψάρωσε από την φωνή του Αρκουδάκη.

«Χρόνια έχω να ακούσω τόσο γκέι φωνή», σκέφτηκε, και συνέχισε να ποδοπατάει τις ατελειίωτες φυτείες σόγιας και καλαμποκιού που έσπερναν τα αρκουδάκια-δούλοι, τα οποία ήταν μια κατώτερη κάστα και τραβούσανε όλο το λούκι.

«Χαλασμένο πράμα με έδωκε ο ηλίθιος;», σκέφτηκε ο Αρκουδάκης. «Ούτε μια σωστή δουλειά δεν μπορεί να κάνει;»

Όμως άξαφνα ο ουρανός σκοτείνιασε και κεραυνοί άρχισαν να σαρώνουν το έδαφος. Ένας χτύπησε τον ελέφαντα, ο οποίος ζαλίστηκε και έπεσε στα γόνατα. Η αριστερή ρώγα του Αρκουδάκη σκλήρυνε.

Μόλις με πήρε τηλέφωνο η γιαγιά μου και με είπε ότι εκεί στο χωριό έχει μαυρίλα και «τσακμακίζει». Οπότε στα εφέ παραπάνω προσθέτω και το τσακμάκισμα.

Ο ελέφαντας όμως συνήλθε γρήγορα και ξανασηκώθηκε στα πόδια του.

Όμως τότε ακούστηκε. Ήταν σαν την σάλπιγγα του Ιησού του Ναυή που έριξε τα τείχη της Ιερουσαλήμ (αυτή η ιστορία θα γραφεί σε άλλη ανάρτηση). Ο βαθύς ήχος ερχόταν από το βάθος. Από την μεριά του αυτοκινητοδρόμου.

-Είναι αυτός!, αναφώνησε ένα μικρό αρκουδάκι.
-Ποιός «αυτός» ρε πιτσιρικά; Δε με λες και εμένα να μάθω;, ρώτησε απορημένος ο αρχηγός.
-Μα, είναι η κόρνα του Όπτιμους Πράιμ!
-Α, είπε ο Αρκουδάκης, για να δείξει ότι κατάλαβε, ενώ στην πραγματικότητα δεν κατάλαβε, όπως κάνουμε εμείς τα λιμά οι άνδρες και μας λένε κάτι οι γκόμενες και λέμε ναι ναι ενώ δεν ξέρουμε, δεν καταλάβαμε και δε μας ενδιαφέρει. Ξαφνικά άρχισα να γράφω με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Στο βάθος φάνηκε μια νταλίκα. Ερχόταν σαν δαιμονισμένη, τα λάστιχα έβγαζαν καπνούς και τα φερμουίτ ήταν έτοιμα να πάρουν φωτιά. Η κόρνα της ήταν τόσο δυνατή, που ακόμη και ο ήλιος σταμάτησε από την τρομάρα να κινείται.

Σε ένα λεπτό ήταν εκεί. Άρχισε να μεταμορφώνεται. Από φορτηγό έγινε ένα τσαμπουκαλεμένο πανίσχυρο ρομπότ. Σκλήρυνε και η δεξιά ρώγα του Αρκουδάκη.

Ο ελέφαντας όρμηξε πάνω στον Όπτιμους. Τον έριξε κάτω.

Το μικρό αρκουδάκι που ήταν φαν του , ανέβηκε σαν την Τσίτα πάνω σε έναν πλατάνι και φώναζε συνθήματα υποστήριξης προς το καλόκαρδο ρομπότ. «Keep loving in the dark ages» και κάτι τέτοια περίεργα.

Ο Πράιμ με ένα σάλτο σηκώθηκε όρθιος, και έπιασε στα χέρια του τον ελέφαντα. «Ρε Ντάμπο, θα σε λιώσω», του είπε.
«Θα με κλάσεις δυο μάντρες, ανακυκλωμένε τέντζερη», απάντησε ο ελέφαντας.

Παλεύανε ώρες, χέρι με προβοσκίδα, αυτί με μπουλόνι. Χαμός στο ίσωμα. Σκόνη, κραυγές, κεραυνοί.

Τοπίο αποκάλυψης.

Ο ελέφαντας όμως έκανε μια πολύ τσάτσικη σκέψη. Πέταξε χώμα στα φωτεινά μπλε μάτια του ρομπότ. Εκείνο τυφλώθηκε προσωρινά και πάλευε να τα καθαρίσει. Αφού είχε κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα, ο φουξ ελέφαντας γύρισε προς το μέρος του αρχηγού. Και άρχισε να ρουφάει.

Ο Αρκουδάκης κρατήθηκε από έναν πάσαλο. Κρατιόταν με όλη του τη δύναμη. Αλλά…

Ο ελέφαντας σταμάτησε να ρουφάει. Κάτι γυάλιζε στην άκρη προβοσκίδας του. Γυρίζει προς τον Όπτιμους, ο οποίος μένει κόκκαλο. Ήταν το φυλαχτό. Το ρομπότ πέφτει στα γόνατα και προσκυνάει τον ελέφαντα,

«Επιτέλους απέκτησα το τηλεκατευθυνόμενο-νταλίκα που ήθελα πάντα».

Έπειτα ακολούθησε ο όλεθρος. Ο ελέφαντας ανέβηκε στην κορυφή ενός λόφου και ξεκίνησε να δουλεύει. Ρουφούσε τρεις μέρες. Χάθηκε η αγάπη, τα χρώματα, η φιλία. Όλα έγιναν γκρίζα και ψυχρά.

Η θρυλική πρωτεύουσα των Αρκουδακίων έπεσε.
Ο Όπτιμους Πράιμ αιχμαλωτίστηκε.
Ο Domino έτρωγε πιτόγυρα μέσα σε ένα διαστημόπλοιο αγνοώντας το τι είχε συμβεί.

Χάθηκε κάθε ελπίδα;

Τα αρκουδάκια της αγάπης: Το χαμένο επεισόδιο, part 1.

Ο Λεοντόκαρδος καθόταν στο Μπαρ της Αγάπης και έπινε μπύρες μαζί με τον Αγαπούλη, το πράσινο αρκουδάκι με την καρδιά και τον απινιδωτή. Καθόταν και τα λέγανε.

-Σε λέω Αγαπούλη, έριξα όλα του τα χρήματα σε μετοχές μιας εταιρείας που φτιάχνει ουράνια τόξα και σοκολατάκια για ερωτευμένους. Προβλέπω ως το τέλος του έτους να έχω φοβερές αποδόσεις!
-Ναι ρε Λεοντόκαρδε, αλλά αυτούς δεν τους χτύπησε η κρίση; Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος ότι δεν θα χάσεις τα λεφτά σου;
-Μα ο κόσμος δεν έχει λεφτά, έχει πέσει σε κατάθλιψη και τρώει σοκολατάκια! Δεν θέλει πολυ μυαλό!
Και σκάσανε στα γέλια τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους!

Αλλά στο βάθος του μυαλού τους τους απασχολούσε ένα σοβαρότερο πρόβλημα. Απο το Παρατηρητήριο της Χαράς κοντά στα βόρεια σύνορα της Αγαποχώρας τα νέα δεν ήταν ευχάριστα. Ένα κακό κάπου μακριά ξυπνούσε.

Ο Συννεφούλης έπαιζε αμέριμνος Super Mario στο καινούριο του Wii. Δίπλα του ο Χρωματούλης άκουγε Skim the Cream στο mp3 του. Όμως και αυτοί είχαν ένα βάρος στο στομάχι, και δεν ήταν από το πρόβειο κεμπάπ που έφαγαν για μεσημεριανό.

Ο Χρωματούλης ένιωσε μια δόνηση στον αέρα. Βγήκε έξω με το mp3 player στα μεγάλα του αυτιά, και κοιτούσε προς τον βορρά. Ο λαιμός του έκανε μια απότομη σύσπαση. Άρχισε να νιώθει μια ανεξήγητη ψυχολογική πίεση.

Ο αρχηγός των Αρκουδακίων, ο φοβερός Αρκουδάκης με τις ροζ παλάμες και το καλάσνικοφ στην κοιλίτσα, κάθόταν στο γραφείο του. Προσπαθούσε να σκεφτεί ένα σχέδιο αντιμετώπισης της νέας απειλής. Εϊχε διώξει όλους τους συμβούλους του, ήθελε να μείνει μόνος, να χαλαρώσει, μπας και του έρθει τίποτα.

Σηκώθηκε από την γυριστή πολυθρόνα του και άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας. Παραμέρισε το βάζο με τον φρεσκοαλεσμένο ελληνικό καφέ και έπιασε μία μπάλα τυλιγμένη σε μία πετσέτα, χρώματος ροζ με μικρά ουράνια τόξα. Ξετυλίγει την πετσέτα και βγάζει από μέσα μία κρυστάλινη σφαίρα και μια βιντεοκασέτα της ταινίας του ’80. Την βάζει στο βίντεο.

«Από όλους τους πούστηδες, εγώ είμαι ο πιο άνδρας», είπε ο ήρωας της ταινίας, και ο Αρκουδάκης κοιτούσε με προσοχή για σημάδια. Καθώς παρακολουθούσε αποχαυνωμένος, κρατούσε στα χέρια του ένα φυλαχτό που του είχε δώσει ο παλιός του φίλος Domino, ένα βράδυ που έπιναν τσίπουρα -χωρίς γλυκάνισο- και έτρωγαν από μισό μπακαλιαράκι ο καθένας γιατί δεν είχαν λεφτά.

«Όταν χρειαστείς βοήθεια, πάρε αυτό το φυλαχτό στα χέρια σου και φώναξε το όνομά μου.»

Τότες πάτησε το στοπ στο τηλεκοντρόλ. Του ήρθε μια ιδέα. Στον Σκάι είχε το ντοκυμαντέρ με τις πουτάνες, καλύτερα να έβλεπε εκείνο.

Καθώς έβλεπε πόσο ζόρικο είναι να είσαι πουτάνα στη Νεμπράσκα, συνέχισε να κρατάει στα χέρια του το φυλαχτό, το οποίο είχε σχήμα καρδιάς και ήταν φτιαγμένο από τιτάνιο.
Εκείνη την στιγμή χτυπάει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο αρχηγικός σωματοφύλακας, ο Κοστνεράκης (καλά ε, η υποβόσκουσα εξυπνάδα είναι πολύ μπροστά…) με σήμα τα μαύρα γυαλιά ηλίου (στην κοιλιά πάντα) και λέει στον Αρκουδάκη ότι λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αρκουδοαγαπούπολη είναι ένας τεράστιος ελέφαντας που απειλεί να ρουφήξει όλη την αγάπη από την χώρα τους αρχικά, και μετά από όλο τον κόσμο.

Ο αρχηγός σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Συνήθως έβλεπε την φουξ θάλασσα, αλλά τώρα έβλεπε έναν τεράστιο φουξ ελέφαντα να αναδύεται από αυτήν.

«Τα πράγματα έγιναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα…», σκέφτηκε.

Του μπι -ορ νοτ του μπι?- κοντίνιουντ…

Πωλείται μηχανή που τυπώνει ευρώ, μόνο 17.000€, με εγγύηση ενός έτους.

Η Μικέλα ήταν μέσα στο αυτοκίνητό της, αποκλεισμένη στην κίνηση. Οι δρόμοι της Όμαχα, της πρωτεύουσας της Νεμπράσκας (και όχι «της Νεμπράσκα» οφ κουρς) τα τελευταία χρόνια έχουν γεμίσει αυτοκίνητα. Το κέντρο ειδικά της πόλης είναι απροσπέλαστο.

«Ρε γαμώτο τώρα, έχω κοτζάμ Κράισλερ με σήμα το κριάρι και θα καταλήξω να έχω φιατάκι της πλάκας;», σκέφτηκε.

Παίρνει το πακέτο με τα σλιμ τσιγάρα που είχε πεταμένα στο κάθισμα του συνοδηγού. Δίπλα φιγουράριζε το καινούριο κινητό της, το οποίο φόρτιζε χαρούμενο με τα φωτάκια του και την οθονίτσα του αναμένα. Τι γλυκό.

«Για να δούμε, θα χάσουμε κανά κιλό με αυτά τα σλιμ, γιατί τα άλλα τα λάιτς μούφα.»

Καθώς τραβάει μια τζούρα, σκέφτηκε ότι το φανάρι άργησε πολυ να πρασινίσει, ή ότι κάνουν τα φανάρια εκεί στη Νεμπράσκα τέλος πάντων. Περίεργο.

Το μυαλό της ξαναγύρισε στην εξαγορά της Κράισλερ από την Φίατ, και βλαστημούσε φωναχτά για την ώρα και την στιγμή που πούλησε την ροζ Κάντιλακ σε εκείνον τον έμπορα, που πουλούσε αυτοκίνητα, σαμπώ, σκαμπώ και πλαστικά σκατά.

Τότε, νιώθει το φως του ήλιου να της καίει τα μάτια. Θολούρα, μόνο θολούρα. Και ξαφνικά, βλέπει έναν γιαγαντόσωμο άνδρα, με μυτερά αυτιά, μεγάλο κρανίο, τρία μάτια και κελεμπία χρώματος μπλου ελεκτρίκ.

Η Μικέλα δεν πολυκόλωσε γιατίς είχε δει και λυκανθρώπους παλιότερα. Ο άνδρας άρχισε να μιλάει.

«Σου δίνω την τιμή αλλά και το αβασταχτο μαρτύριο να είσαι εσύ η προφήτης μου. Έκανα μεγάλη έρευνα αγοράς, και σαν τα βυζιά σου, το μυαλό σου ήθελα να πω, δεν βρήκα πουθενά. Άκου καλά αυτά που θα σε πω. Σε σαράντα πέντε (45) ημέρες ακριβώς από σήμερα, τηα έρθει η συντέλεια του κόσμου σας, από εμάς, τους Βλιμαβλίμα, των οποίων τυγχάνει να είμαι αρχιερέας. Και αγγελιαφόρος απ’οτι φάνηκε σήμερα, κάτι δεν πάει καλά με τις δομές εξουσίας, αλλά αυτό θα το κανονίσω άλλη φορά. Αυτές τις μέρες, κάθε τρεις συγκεκριμένα, θα πέφτει απάνω στο ανθρώπινο γένος και από μια πληγή. Τσίμπα το ποστ-ιτ όπυ σου έχω σημειώσει το πρώτο.»

Η Μικέλα το τσιμπάει. Το ποστ-ιτ έγραφε τα εξής:

Πληγή 1: Ξυραφάκια Άστορ, δεμένα με μολυβένια βαρίδια ψαρέματος, θα πέσουν από τον ουρανό.

«Τα άλλα δεν τα σκέφτηκα ακόμα, θα σε ξαναεπισκεφτώ. Αριβεντέρλα προς το παρόν.»

Ο άνδρας εξαφανίστηκε, η θολούρα έφυγε, το φανάρι έγινε πράσινο, το τσιγάρο ήταν όπως πριν, ούτε χιλιοστό καμμένο παραπάνω. Η Μικέλα, που είναι και πολύ αφάν γκατέ και οτ κουτούρ, φάνκι φατσούλα και κουλ τυπάκι, που διαβάζει Lifo σε μετάφραση στον Γούγλη Τρανσλάτε (Ιταλός είναι), έβαλε πρώτη και πάτησε γκάζι. Έκανε αναστροφή και γύρισε σπίτι. Ανοίγει την κατάψυξη, βγάζει ένα κομμάτι κρέας και πηγαίνει προς το υπόγειο. Χτυπάει την πόρτα, την ανοίγει και πετάει το κομμάτι μέσα.

«Αδελφούλη σου έφερα φαγητό», φωνάζει, και κλείνει την πόρτα. Ακούγεται ένα γρύλισμα.

Πηγαίνει προς το τηλέφωνο. Πληκτρολογεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό. Χτυπάει.

«Μικέλα εδώ. Τσίμπησε το δόλωμα. Αναμένω οδηγίες», είπε. Είπε και δύο οκέι και το έκλεισε. Πηγαίνει στο καθιστικό.

«Έχει αρχίσει να με κουράζει αυτή η δουλειά», σκέφτηκε ξεφυσώντας.