Π.Κ.Φ.Η.Λ.

Χτυπάει το ξυπνητήρι. Έξω δεν είχε χαράξει ακόμα. Σιχτιρίζω, ανοίγω το ραδιόφωνο και βάζω την κασέτα της Νέλυς Φουρτάντο ενώ πλένομαι.

Βγαίνω στον δρόμο και καβατζώνω ένα ταξί. Ξαφνικά από το σι μπι ακούγονται κάτι περίεργα παράσιτα. Σε λίγο ακούγεται μια φωνή να λέει : «τσσσσσσσ ούστον, γουί τσσσσσατ τσσσσσσ μπλεμ».

Ο ταρίφας γυρνάει και με κοιτάει απορημένος, σα να μου λέει «Κόψε τις μαλακίες με το κινέζικο ρολόι σου που αλλάζει κανάλια μην γίνει της Κωνσταντίνας Πόπης». Έλα όμως που απλά το κοιτούσα στην βιτρίνα και δεν το αγόρασα…

Το σι μπι συνέχισε να λέει και άλλα: » τσσσσσσσ κομήτης τσσσσσ πάνω μας τσσσσσ μέιντέι τσσσσσ…..»
Και εκεί το απόλυτο κενό.

«Κωλόπαιδα, πάλι πλάκα κάνουν», λέει ο ταρίφας. Εγώ όμως είχα συνταραχθεί. Κάποιος έπρεπε να σώσει αυτούς τους ηρωικούς κοσμοναύτες που κάνουνε πειράματα σε χιμπατζήδες για να εξελίξει το ανθρώπινο είδος την φρικιαστική του γνώση και σε άλλους τομείς.

Πετάω ένα μωβ -25€ το ένα, μου τα έφερε ο Psychopath Bulgaris από την δουλειά μια μέρα που δεν είχε κατεβάσει το μισό φαρμακείο και μπορούσα να συνεννοηθώ μαζί του. Συνήθως είναι φουλ στην ντόπα και τον ψάχνω στις αποθήκες και μέσα στα σιλό- και κατεβαίνω στη μέση του δρόμου. Μπαίνω μέσα σε ένα γυράδικο. Στιγμιαία σκέφτηκα να χτυπήσω κανά δυο γυράκια αλλά σκέφτηκα ότι πρέπει να σωθούν πρώτα τα ηρωικά παλληκάρια. Μπαίνω στην τουαλέτα, βγάζω του μπλουζάκι «Barberis» και τότε μου πέρασε από το μυαλό ότι έδωσα 25€ στον ταξιτζή.
Συνέρχομαι από το σοκ, και βγάζω από την τσέπη μου την μαγική στολή με το μεγάλο D σε μωβ φόντο. Βγάζω και την κάπα -την έραψε η μαμά για τον μοναχογιό της από μια πετσέτα που είχε πάνω τον Μίκι Μάους- και τα φοράω. Σηκώνω το χέρι και εκτοξεύομαι. «ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ!!!»

Αρχίζω και πετάω. Πρώτα στρατόσφαιρα, μετά ιονόσφαιρα, μετά μανδύας, μάγμα και κενό. Κάνω μια στάση για ένα φραπεδάκι στο ISS Hotdog όπου είναι ναυτάκι ένας φίλος μου από την Γουατεμάλα. Γνωριστήκαμε στα γκαζάδικα, το 1954. Μεταφέραμε μαζούτ στην Θεσσαλονίκη για να καίει το μυαλό του Ατσαλάκωτου.

Αφού τα είπαμε, συνεχίζω την πορεία μου προς το διαστημόπλοιο με τα ιδρωμένα από τον φόβο παλληκάρια, που θα γυαλίζουν και θα γλυστράνε…Πατάω το άφτερμπέρνερ μπας και φτάσω κάποτες. Τότε μακριά το βλέπω. Σε απόσταση αναπνοής ήταν ο κομήτης. Τον αναγνώρισα αμέσως. Ήταν ο 249W99ii. Tον είχα διαολοστείλει πριν 4000 χρόνια, όταν δούλευα ακόμα για τον Σερίφη του Διαστήματος, κάπου στα Νέα Σύνορα. Είχε γυρίσει να πάρει εκδίκηση και είχε σημαδέψει τους καλογυμνασμένους αστροναύτες για να με κάνει να εμφανιστώ.

Παίρνω φόρα, και του δίνω μια μπουνιά. Εκείνος μου ρίχνει μια κλωτσιά στα αχαμνά, διαλύει το σπασουάρ και εγώ σπαράζω από τον πόνο. Τότε τα πήρα στο κρανίο, και του έκανα το κόλπο που έμαθα στην Μογγολία, εκείνο που τον πιάνεις από τα μαλλιά και τον τραβάς. Από τα κάτω τα μαλλιά. Του τα αρπάζω και τον αφήνω φαλακρό. Τότε, με ένα ανάποδο άπερκατ τον ξαναδιαολοστέλνω.

Χαρούμενος που για ακόμη μια φορά έσωσα τον μάταιο τούτο κόσμο, κάθομαι στο υγρό χώμα να πάρω μια ανάσα. Τότε, έρχεται μια βέσπα και μου δίνει μια ανθοδέσμη. «Εκ μέρους του λαού της Γης, σας ευχαριστούμε. G.W. Poysts. » Γυρίζω από πίσω την κάρτα και έγραφε «Πρότυπο Κέντρο Φυτών Η Λίτσα».

«Βρε το Λιτσάκι, άνοιξε υποκατάστημα και στην Ουυοοόσινγκτον. Να πάω να την βρω να θυμηθούμε τα παλιά.»

Παίρνω τον δρόμο της επιστροφής. Ανοίγω λιγάκι το παράθυρο να μπαίνει καθαρός αέρας. Είχε λίγες λακούβες αλλά το μαραφέτι αντέχει. Εκεί πάνω δεν έπιανε τίποτα, οπότε έβαλα ένα σιντί των One. Ψάχνοντας να μπανίσω κανά διαστημικό μωράκι, έπεσα πάνω στον Βόγιατζερ. Όση ώρα περίμενα τον γερανό, διάβαζα τις μαλακίες που είχαν βάλει μέσα οι αμερικάνοι για να τα δουν οι Ούφοι. Τελικά κατάλαβα ποιοι είναι οι Ούφοι. Trust noooooooone…Του ρου νου νουυυυυυ….

Σε ένα τεταρτάκι σκάει μύτη ο γερανός. Ήταν ο φίλος μου ο Γάντζουλας. Γνωριζόμασταν από το σχολείο. Από τότε είχε κλίση σε βαρέα οχήματα. Μια φορά ήθελα να κάνω κοπάνα και για να μου ανοίξει την πόρτα έριξε πάνω της το τρακτέρ του μπαμπά του. Μια άλλη φορά που έγραφε τεστ, έριξε μια σκουπιδιάρα στην τάξη του. Μια άλλη φορά, όταν είχε αρπάξει έναν γερανό, μου πάτησε το ποδήλατο. Έκανα να του μιλήσω έναν χρόνο. Και μου άρεζε σε λέω εκείνο το ποδήλατο. Ήταν πορτοκαλί και άσπρο, και είχε ένα καλάθι μπροστά. Είχε και ένα μικρό πατεντιάρικο ανθοδοχείο που έβαζα τουλίπες.

-Ξέρεις Dom, τότε με το ποδήλατο…
-Άστο να πάει ρε Γάντζουλα…
-Ξέρεις…με έβαλε ο πατέρας σου να το πατήσω…
-Τι με λες τώρα;
-Ήταν λίγο…φαινόσουν λίγο…εεεε….καταλαβαίνεις….
-Τι ρε Γάντζουλα;
-Να μωρέ…πουστς…
-Γι’αυτό δεν έβρισκα γκόμενα ως τα 25;
-Και γι’αυτό δεν σου μιλούσα μπροστά στους άλλους, γι’αυτό όλοι γελούσαν μόλις περνούσες, γι’αυτό τραγουδούσανε : Μες σ’αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή…

Όλος μου ο κόσμος κατέρρευσε. Τα πάντα γύρω μου. Όλα. Τα πάντα. Μα όλα όλα.
Ανοίγω την πόρτα εν κινήσει και πηδάω. Σηκώνομαι, ούτε γρατζουνιά.
Πάω σπίτι και ανοίγω το χρηματοκιβώτιο. Βγάζω ένα κουτάκι έκτακτης ανάγκης. Πάνω έγραφε «κουτάκι έκτακτης ανάγκης-μην το μπερδεύετε με το κουτάκι με τις μαλακίες».

Το ανοίγω. Η μωβ λάμψη με τύλωσε. Ήταν ο χειρότερος εφιάλτης κάθε Dominιανού. Ήταν….Dominίτης…

Παίρνω το Τζιμ Μπιμ από την κάβα, το λεγόμενο και «όχι άλλο κάρβουνο», βάζω τον Dominίτη στο στόμα, πίνω και μια γουλιά μπέρμπον. Περιμένω, περιμένω, περιμένω…

Παίρνω τηλέφωνο την μαμά.

-Έλα μαμά.
-Έλα γιόκα μου.
-Να σε πω, προχθές που ήρθες να καθαρίσεις πέταξες τον Dominίτη;
-Τι λες πασάκα μου;
-Ξέρεις, τον Dominίτη έκτακτης ανάγκης.
-Δεν θυμάσαι που ο παππούς ο Τάκης το πέρασε για δαμάσκηνα για το έντερο και το έφαγε;
-Α καλά λες. Τον κωλόγερο, 150 χρονών είχε φτάσει. Αλλά, τι είχε μέσα τώρα;
-Δαμάσκηνα, για να μην την ξαναπατήσει κανένας.
-Καλά, τα λέμε.
-Γεια σου πιο όμορφο παιδί μου από όλα.

Με την ζωή μου κατεστραμμένη και κανέναν τρόπο να βάλω τέλος σε αυτή τη ντροπή, αποφάσισα να γίνω αλκοολικός.

Λίγο Τζιμ Μπιμ ακόμα;

Advertisements

3 responses to “Π.Κ.Φ.Η.Λ.

  1. eise teleios mourlamenos ! 🙂

    eisai wreos!…

  2. Μπερδεύτηκα γιατί δεν κατάλαβα πού βρέθηκε το υγρό χώμα, αλλά δεν πειράζει, ευτυχώς που σώθηκε ο κόσμος.
    Χαιρετίσματα στον Γάντζουλα, κάθε που τον βλέπω στο δρόμο κάνω και μια ΔΕΗση.

  3. Merci μπουκού παιδάκια για τα ωραία σας λόγια!

    Μη φοβάστε,όσο είμαι τριγύρω, ο κόσμος θα είναι ασφαλής.

    Αλλά αυτήν την βδομάδα πάω στο Μόναχο να φάω λουκάνικα, οπότε ας έχετε και καμιά βαλιτσούλα έτοιμη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s