Ο παρφουμαρισμένος μονόφθαλμος γίγαντας

Ο υπεραιωνόβιος γέροντας σήκωσε το ποτηράκι του καφέ με προσοχή. Το έφερε στα χείλη του. Η σκιά του πλατάνου στην πλατεία του χωριού του είχε σταθεί πιστός σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια.

Τότε περνάει με ταχύτητα ένα μαύρο Άουντι και ο οδηγός του φωνάζει:
«Γειααααααά σου ρε μπάρμπααααα.»

Ο γέροντας καθώς συνέχιζε προσεκτικά την κίνηση ψέλλισε:
«Να σου πέσει το πουλί που θα με πεις εμένα μπάρμπα.»
Και τότες τραβάει μια ρουφηξιά από το καφεδάκι που το έφτιαξε με τόσο μεράκι ο Τάκης, το πιστό του λαμπραντόρ. Μετά σκάει ένα χαμόγελο. Μάλλον θα θυμόταν τις εποχές που σηκωνόταν και το δικό του το πουλί. Μετά συνοφρυώνεται. Μάλλον θα θυμήθηκε το ότι έφυγε νύχτα από το προηγούμενό του χωριό στις Βαυαρικές Άλπεις γιατί σκότωσε τις πέντε πιο παραγωγικές αγελάδες του χωριού. «Πολλαπλές διεισδύσεις με τη χρήση λιπαντικού, πιθανότατα έξτρα παρθένου ελαιολάδου» , έγραφε ο ιατροδικαστής.

Τόσα χρόνια δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατό να είναι ένα ελαιόλαδο έξτρα παρθένο. Και ο παππούς μου είχε ελιές και εγώ τις έχω ακόμα. Και σκαμπάζω και δύο πράματα από γεωργική. Αλλά αυτό το έξτρα με μπερδεύει. Δηλαδής μια κοπελίτσα πριν κάνει σεξ είναι έξτρα παρθένα ή σκέτη παρθένα; Εγώ τότες ήμουν έξτρα παρθένος και μετά έγινα σκέτος και μετά καθόλου; Ή δεν ήμουν ποτές έξτρα; Ή παρθένος; Της γιαγιάς τους το βρακολάστιχο.

Το Άουντι σταμάτησε καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα πιο πέρα. Ήταν ο Τριαντάφυλλος, ο κρεοπώλης του Άνω Τυρόγαλου. Ψηλός, με γκρίζους κροτάφους, αρρενωπός και ματσωμένος. Δεν τον φωνάζαν άδικα «Λουί ντε Φινέ».

Πάει στην μπάρα και βγάζει τα τσιγάρα του. Gauloises μπλε. «Ταιριάζουν με τον επαναστατικό μου χαρακτήρα», έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε πόσο κάνει η συκωταριά. Παραγγέλνει μία τεκίλα κίτρινη, χωρίς φέτα πορτοκάλι γιατί είναι εκτός εποχής. Την πίνει.
Ο κόσμος τριγύρω άρχισε να πυκνώνει. Ο ιδιοκτήτης, ο Δημήτρης, ήταν πολύ χαρούμενος που το μαγαζί του τελικά έπιασε. Είχε ρίξει σε αυτό όλες του τις οικονομίες. Δηλαδής ότι είχε αρπάξει από την χήρα που της πουλούσε έρωτα.

Ο Δημήτρης ήταν καλό παιδί. Γόνος καλής οικογενείας, αλλά εκείνος ο Σάκης ρε παιδί μου τον κατέστρεψε. Ο Σάκης ήταν ο ρούμεϊτ στο πανεπιστήμιο. Πίνανε δηλαδής μαζί Captain Morgan. Ε και τότε κάηκε το μυαλό του. Αφού το περισσευούμενο αίμα έπρεπε να διοχετευθεί κάπου, έγινε υπερδραστήριο ένα άλλο μέρος του σώματός του. Τότες έγινε ζιγκολό και έσκαγε μπάφους. Δεν συνεχίζω άλλο γιατί αυτές οι ιστορίες είναι κλόπι-ράιτ και ξέρει ακόμα και η κουτσή Μαρία-η γιαγιά μου εν προκειμένω- τι γίνεται.

Το πως αποφάσισε να ανοίξει μπιτσόμπαρο δεν το γνωρίζω. Πάντως ξέρω πως έκλεισε. Τον πήρε ο ύπνος με τον μπάφο στο χέρι και έπεσε η κάφτρα μέσα στην βότκα που του έστειλε ο Σάκης από την Ρωσία με αγάπη. Η βότκα άρπαξε και το ποτήρι έσπασε από τη θερμοκρασία. Η φωτιά απλώθηκε στα πλαϊνά που ήταν φτιαγμένα από ψάθα. Ο Δημήτρης ξύπνησε και μέσα στη μαστούρα του πήγε να σβήσει τη φωτιά με μπύρες. Ευτυχώς που ήταν εκεί η Κατερίνα, που είχε πιει πριν καμιά δεκαριά μπύρες. Τελικά το μπαρ σώθηκε χάρη στις προσπάθειες της κοπέλας. Τι φούσκα πρέπει να είχε… Αλλά μετά από δύο μέρες έπεσε ένα φλεγόμενο κουκουνάρι από την φωτιά στο Κάτω Κουκουρικοχώρι και του γάμησε τα πρέκια.

Ο Τριαντάφυλλος είχε μπανίσει εκεί μια σερβιτόρα, πολύ ωραία κοπελίτσα, πρόσχαρη και προικισμένη. Και πήγαινε κάθε μέρα εκεί για να την βλέπει. Αλλά ούτε που τολμούσε να της μιλήσει. Βασικά όλοι οι φλώροι σαν εμένα αυτό κάνουν. Λες και δεν υπάρχουν στον κόσμο άλλες κοπέλες. Μίλα ρε ηλίθιε.

Ξαφνικά νιώθει μια παγωμάρα στον σβέρκο του η οποία εξαπλωνόταν ταχύτατα σε όλο του το κορμί. «Πεθαίνω», αναφώνησε, και έπεσε από το σκαμπό.
Σε λίγο ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη σερβιτόρα από πάνω του. Εκείνος της χαμογελάει γλυκά.
«Μα τι φλώρος είσαι εσύ μωρ’ αδερφάκι μου, έπεσε πάνω σου ένα ποτήρι κρύο νερό και έκανες σα να έπεσε καμιά βόμβα. Βλαμμένε.»

Και τότες ο Τριαντάφυλλος είδε το φως. Ερωτεύτηκε ακόμα πιο σφόδρα. Συνέχισε να πηγαίνει στο μπιτσόμπαρο, πήγαινε κάτω από το σπίτι της και έκανε καντάδες με το καινούριο του Kenwood XXL1821+23/54. Κάθε βράδυ στις 12 τις έβαζε το νούμερο 3 από το «The super duper trance guide for noobs, volume 43».

Το δέκατο έκτο βράδυ, βγήκε η οπτασία του στο μπαλκόνι. Εκείνος αναθάρρησε.
«Έχω δύο εισιτήρια για το electro deep gia deep house prog alternative πάρτυ στο club «Ο Λευκός Καρχαρίας και τα Καρχαριόπουλα». Θέλεις να πάμε;» του λέει.

Ο υπεραιωνόβιος γέροντας σήκωσε το ποτηράκι του καφέ με προσοχή. Το έφερε στα χείλη του. Η σκιά του πλατάνου στην πλατεία του χωριού του είχε σταθεί πιστός σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια.

Τότε περνάει με ταχύτητα ένα μαύρο Άουντι και ο οδηγός του φωνάζει:
«Γειααααααά σου ρε μπάρμπααααα.»

«Δεν πιάσαν οι κατάρες μου για τον πατέρα σου βρωμόπαιδο.»
Και τότες τραβάει μια ρουφηξιά από το καφεδάκι που το έφτιαξε με τόσο μεράκι ο Τάκης ΙV, το πιστό του λαμπραντόρ.

Και τότε χαμογέλασε. Το λαμπραντόρ ντε.

Advertisements

2 responses to “Ο παρφουμαρισμένος μονόφθαλμος γίγαντας

  1. ωραίο ρε συ γελιο κι ετσι αλλά δώσε και σε μας λίγο από αυτό που πίνεις…

  2. Όντως, άμα έχεις πιει μια λεμονάδα πριν τα βρίσκεις όλα ένα κλικ καλύτερα 😀

    Την φέρνω από το χωριό του πατέρα μου, που έχει πολλά βερίκοκα. Τα πατάνε με τα γυμνά βρώμικα πόδια τους και οι χημικές αντιδράσεις δημιουργούν αυτό το αγίασμα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s