Ο γάτος

Η γιαγιά καθόταν στο σκαμνάκι και τηγάνιζε κολοκυθοκεφτέδες στο πετρογκάζ. Ο τόπος είχε γεμίσει λάδια, αλλά αυτή καθόταν χαμογελαστή και πάλευε με το πιρούνι να μην της αρπάξουν.
Το ραδιόφωνο έπαιζε Afghan Whigs, μεγάλη της αγάπη από τότε που ακολουθούσε το alternative ρεύμα στις αρχές του ’90.

Όλοι στο χωριό αναρωτιόταν από που ξεφύτρωσε αυτή η γριούλα, γύρω στο 1995. Ήταν καλοκαίρι, και ο δάσκαλος είχε πάρει επιτέλους την πολυπόθητη απόσπαση και αποφάσισε να ξενοικιάσει το σπίτι, το οποίο ανήκε σε έναν ελληνοαμερικάνο ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί ποτέ. Υπήρχαν διάφοροι μύθοι γύρω από το πρόσωπό του, όπως το ότι ζούσε στο Μπαγκλαντές και κυνηγούσε ρινόκερους. Οι ρινόκεροι ,σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, φτιάχνουν πολύ ωραία σούπα. Συγκεκριμένα ψαρόσουπα.

Αφού την έκανε ο δάσκαλος με ελαφρά, στο σπίτι βρέθηκε η γιαγιά αυτή. Μαυροφορεμένη, με προφορά περίεργη, μια κόκκινη βαλίτσα με ροδάκια και ακουστικά στα αυτιά. «Μάλλον είναι βαρήκοη», ψιθυριζόταν.

Τον πρώτο καιρό δεν της μιλούσε κανείς. Όλοι την φοβόταν γιατί από το σπίτι της έβγαιναν καπνοί και ακουγόταν μια περίεργη μουσική. Ξυπνούσε στις τέσσερις τα χαράματα, και έπαιρνε σβάρνα τους χωματόδρομους και χανόταν μέσα στα καλαμπόκια.
«Τζασλή, ε τζασλή», την κορόιδευαν καθώς περνούσαν από δίπλα της με τα φορτηγάκια των 35.000€. Αυτή απλά χαμογελούσε και τους χαιρετούσε με το μεσαίο της δάκτυλο.

Αυτό γινόταν για δύο χρόνια. Μια μέρα το ποδήλατο του ταχυδρόμου σταμάτησε έξω από το σπίτι της. Ο ταχυδρόμος ήταν μια περίεργη φιγούρα, θα μπορούσα να πω μυστηριακή. Γλυκομίλητος, δεν ήξερε κανένας πως τον λένε, από που είναι, που μένει και πως είναι δυνατόν να κάνει ποδήλατο μέσα στη κάψα χωρίς να λαχανιάζει και να ιδρώνει. Από την τσάντα του έβγαζε πάντα δροσερό παγωτό για τα παιδάκια, δώρο.
Ο ταχυδρόμος μπαίνει στην αυλή και χτυπάει την καμπανούλα. Ανοίγει η γερόντισσα που μόλις τον βλέπει αρχίζει να γελά δυνατά. Ήταν ένα γέλιο παρανοϊκό, τρομακτικό. Της δίνει ένα πακέτο.

Η γιαγιά κλείστηκε πέντε μέρες στο σπίτι και δεν βγήκε ούτε για κατούρημα. Η τουαλέτα ήταν παλιού στυλ, στην άλλη άκρη της αυλής. Μια φορά την είχε πιάσει κόψιμο και είχε γίνει το σπίτι κώλος. Ο ταχυδρόμος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Ο αντικαταστάτης του είπε ότι βγήκε στη σύνταξη. Άσχετα με το αν έμοιαζε τριάντα. Ο αντικαταστάτης. Ε;

Το πέμπτο βράδυ φαινόταν μπλε αναλαμπές από τα παράθυρα. Η κυρά-Σούλα ήταν έξω και έψαχνε τον γάτο της. Όταν έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς και είδε αυτό το θέαμα, πήγε σπίτι και πήρε τηλέφωνο την Μάρα Μεϊμαρίδου να της πει τι να κάνει. Φυσικά εκείνη της είπε αγοράσει το νέο τεύχος του «Ksekolopolitan» που δίνει δώρο τη νέα της ταρώ τράπουλα.

Την άλλη μέρα η γιαγιά βγήκε από το σπίτι κατάκοπη. Πήγε στο παντοπωλείο να αγοράσει μορταδέλα. Και τότε για πρώτη φορά μίλησε στην κόρη του ιδιοκτήτη.
Της είπε για το νησί, που καταστράφηκε από τον πόλεμο. Για τον άντρα της που χάθηκε όταν βομβαρδίστηκε η βάρκα τους. Τα χρόνια της μοναξιάς, τον Τζακ, τον τουρίστα από την Αγγλία που τον φιλοξενούσε σπίτι της για να βγάλει κάνα φράγκο για να επιβιώσει. Μίλησε για τον έρωτά τους, την ζωντάνια που της έδωσε και το πόσο την αγάπησε. Και τότε έπεσε εκείνο το ρημάδι το μανταρίνι από το δέντρο.

Το κοριτσάκι το πιάσανε τα κλάματα και φώναζε τη μαμά του. Είχε φρικάρει. Η γιαγιά ατάραχη πήρε εκτός από τη μορταδέλα και μια γατοτροφή και έφυγε.
Στην πόρτα της περίμενε ένας γάτος. Σιαμέζος. Η γιαγιά χαμογέλασε.
«Ξέρεις τι πεθύμησα πιο πολύ όλα αυτά τα χρόνια να φάω; Τους κολοκυθοκεφτέδες σου.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s