Πωλείται μηχανή που τυπώνει ευρώ, μόνο 17.000€, με εγγύηση ενός έτους.

Η Μικέλα ήταν μέσα στο αυτοκίνητό της, αποκλεισμένη στην κίνηση. Οι δρόμοι της Όμαχα, της πρωτεύουσας της Νεμπράσκας (και όχι «της Νεμπράσκα» οφ κουρς) τα τελευταία χρόνια έχουν γεμίσει αυτοκίνητα. Το κέντρο ειδικά της πόλης είναι απροσπέλαστο.

«Ρε γαμώτο τώρα, έχω κοτζάμ Κράισλερ με σήμα το κριάρι και θα καταλήξω να έχω φιατάκι της πλάκας;», σκέφτηκε.

Παίρνει το πακέτο με τα σλιμ τσιγάρα που είχε πεταμένα στο κάθισμα του συνοδηγού. Δίπλα φιγουράριζε το καινούριο κινητό της, το οποίο φόρτιζε χαρούμενο με τα φωτάκια του και την οθονίτσα του αναμένα. Τι γλυκό.

«Για να δούμε, θα χάσουμε κανά κιλό με αυτά τα σλιμ, γιατί τα άλλα τα λάιτς μούφα.»

Καθώς τραβάει μια τζούρα, σκέφτηκε ότι το φανάρι άργησε πολυ να πρασινίσει, ή ότι κάνουν τα φανάρια εκεί στη Νεμπράσκα τέλος πάντων. Περίεργο.

Το μυαλό της ξαναγύρισε στην εξαγορά της Κράισλερ από την Φίατ, και βλαστημούσε φωναχτά για την ώρα και την στιγμή που πούλησε την ροζ Κάντιλακ σε εκείνον τον έμπορα, που πουλούσε αυτοκίνητα, σαμπώ, σκαμπώ και πλαστικά σκατά.

Τότε, νιώθει το φως του ήλιου να της καίει τα μάτια. Θολούρα, μόνο θολούρα. Και ξαφνικά, βλέπει έναν γιαγαντόσωμο άνδρα, με μυτερά αυτιά, μεγάλο κρανίο, τρία μάτια και κελεμπία χρώματος μπλου ελεκτρίκ.

Η Μικέλα δεν πολυκόλωσε γιατίς είχε δει και λυκανθρώπους παλιότερα. Ο άνδρας άρχισε να μιλάει.

«Σου δίνω την τιμή αλλά και το αβασταχτο μαρτύριο να είσαι εσύ η προφήτης μου. Έκανα μεγάλη έρευνα αγοράς, και σαν τα βυζιά σου, το μυαλό σου ήθελα να πω, δεν βρήκα πουθενά. Άκου καλά αυτά που θα σε πω. Σε σαράντα πέντε (45) ημέρες ακριβώς από σήμερα, τηα έρθει η συντέλεια του κόσμου σας, από εμάς, τους Βλιμαβλίμα, των οποίων τυγχάνει να είμαι αρχιερέας. Και αγγελιαφόρος απ’οτι φάνηκε σήμερα, κάτι δεν πάει καλά με τις δομές εξουσίας, αλλά αυτό θα το κανονίσω άλλη φορά. Αυτές τις μέρες, κάθε τρεις συγκεκριμένα, θα πέφτει απάνω στο ανθρώπινο γένος και από μια πληγή. Τσίμπα το ποστ-ιτ όπυ σου έχω σημειώσει το πρώτο.»

Η Μικέλα το τσιμπάει. Το ποστ-ιτ έγραφε τα εξής:

Πληγή 1: Ξυραφάκια Άστορ, δεμένα με μολυβένια βαρίδια ψαρέματος, θα πέσουν από τον ουρανό.

«Τα άλλα δεν τα σκέφτηκα ακόμα, θα σε ξαναεπισκεφτώ. Αριβεντέρλα προς το παρόν.»

Ο άνδρας εξαφανίστηκε, η θολούρα έφυγε, το φανάρι έγινε πράσινο, το τσιγάρο ήταν όπως πριν, ούτε χιλιοστό καμμένο παραπάνω. Η Μικέλα, που είναι και πολύ αφάν γκατέ και οτ κουτούρ, φάνκι φατσούλα και κουλ τυπάκι, που διαβάζει Lifo σε μετάφραση στον Γούγλη Τρανσλάτε (Ιταλός είναι), έβαλε πρώτη και πάτησε γκάζι. Έκανε αναστροφή και γύρισε σπίτι. Ανοίγει την κατάψυξη, βγάζει ένα κομμάτι κρέας και πηγαίνει προς το υπόγειο. Χτυπάει την πόρτα, την ανοίγει και πετάει το κομμάτι μέσα.

«Αδελφούλη σου έφερα φαγητό», φωνάζει, και κλείνει την πόρτα. Ακούγεται ένα γρύλισμα.

Πηγαίνει προς το τηλέφωνο. Πληκτρολογεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό. Χτυπάει.

«Μικέλα εδώ. Τσίμπησε το δόλωμα. Αναμένω οδηγίες», είπε. Είπε και δύο οκέι και το έκλεισε. Πηγαίνει στο καθιστικό.

«Έχει αρχίσει να με κουράζει αυτή η δουλειά», σκέφτηκε ξεφυσώντας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s