Τα Αρκουδάκια της Αγάπης: Το χαμένο επεισόδιο, part 2

Ο Αρκουδάκης έβλεπε τον φουξ ελέφαντα να πλησιάζει προς την Αρκουδοαγαπούπολη με ύφος συνοφρυωμένο. Το μυαλό του γυρνούσε πιο γρήγορα και από μπλέντερ εκείνη τη στιγμή, προσπαθόντας να βρει λύση.

Το πρώτο που του πέρασε από το μυαλό ήταν να τον πλακώσει με το καλάσνικοφ. Όμως το ξανασκέφτηκε γιατί είχε δει σε ένα ντοκιμαντέρ ότι απαγορεύεται να σκοτώσεις ελέφαντα με καλάσνικοφ. Οπότε διέγραψε την επιλογή.
Το άλλο που του πέρασε από το μυαλό ήταν να στείλει sms στο Κρητικό αρκουδάκι, το Πυρηνικάκη. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι ακόμα και αν νικούσαν, η ένδοξη πόλη τους θα γινόταν ένας σωρός από ερείπια και τα αρκουδάκια πλέον θα είχαν τέσσερα μάτια και πέντε χέρια. Δεν έλεγε.

«Δε λέει», σκέφτηκε.

Ο φουξ ελέφαντας συνέχισε να έρχεται. Ετοιμαζόταν να χρησιμοποιήσει την τεράστια προβοσκίδα του, η οποία ήταν σα μακαρόνι από το παστίτσιο του Ρεκόρ Γκίνες στην Ουρουγουάη το 1895, για να ρουφήξει όλη την αγάπη.

Οι νευρικές κινήσεις του Αρκουδάκη τον έκαναν να ακουμπήσει το φυλαχτό. Το κράτησε στα χέρια του και το κοίταξε. Το βιοσυμβατό τιτάνιο γυάλιζε στο σούρουπο. Συνέχισε να το κοιτάζει. Τότε το σήκωσε στον αέρα και φώναξε:

«Domiiinooooooooooo».

Τώρα φέρτε στο μυαλό σας εκείνη την κλισεδιά που τρομάζουν τα πουλιά και πετάνε, που το πλάνο ανοίγει κ φτάνει στο διάστημα και λοιπες μαλακίες.

Ο ελέφαντας σταμάτησε να περπατάει. Ψάρωσε από την φωνή του Αρκουδάκη.

«Χρόνια έχω να ακούσω τόσο γκέι φωνή», σκέφτηκε, και συνέχισε να ποδοπατάει τις ατελειίωτες φυτείες σόγιας και καλαμποκιού που έσπερναν τα αρκουδάκια-δούλοι, τα οποία ήταν μια κατώτερη κάστα και τραβούσανε όλο το λούκι.

«Χαλασμένο πράμα με έδωκε ο ηλίθιος;», σκέφτηκε ο Αρκουδάκης. «Ούτε μια σωστή δουλειά δεν μπορεί να κάνει;»

Όμως άξαφνα ο ουρανός σκοτείνιασε και κεραυνοί άρχισαν να σαρώνουν το έδαφος. Ένας χτύπησε τον ελέφαντα, ο οποίος ζαλίστηκε και έπεσε στα γόνατα. Η αριστερή ρώγα του Αρκουδάκη σκλήρυνε.

Μόλις με πήρε τηλέφωνο η γιαγιά μου και με είπε ότι εκεί στο χωριό έχει μαυρίλα και «τσακμακίζει». Οπότε στα εφέ παραπάνω προσθέτω και το τσακμάκισμα.

Ο ελέφαντας όμως συνήλθε γρήγορα και ξανασηκώθηκε στα πόδια του.

Όμως τότε ακούστηκε. Ήταν σαν την σάλπιγγα του Ιησού του Ναυή που έριξε τα τείχη της Ιερουσαλήμ (αυτή η ιστορία θα γραφεί σε άλλη ανάρτηση). Ο βαθύς ήχος ερχόταν από το βάθος. Από την μεριά του αυτοκινητοδρόμου.

-Είναι αυτός!, αναφώνησε ένα μικρό αρκουδάκι.
-Ποιός «αυτός» ρε πιτσιρικά; Δε με λες και εμένα να μάθω;, ρώτησε απορημένος ο αρχηγός.
-Μα, είναι η κόρνα του Όπτιμους Πράιμ!
-Α, είπε ο Αρκουδάκης, για να δείξει ότι κατάλαβε, ενώ στην πραγματικότητα δεν κατάλαβε, όπως κάνουμε εμείς τα λιμά οι άνδρες και μας λένε κάτι οι γκόμενες και λέμε ναι ναι ενώ δεν ξέρουμε, δεν καταλάβαμε και δε μας ενδιαφέρει. Ξαφνικά άρχισα να γράφω με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Στο βάθος φάνηκε μια νταλίκα. Ερχόταν σαν δαιμονισμένη, τα λάστιχα έβγαζαν καπνούς και τα φερμουίτ ήταν έτοιμα να πάρουν φωτιά. Η κόρνα της ήταν τόσο δυνατή, που ακόμη και ο ήλιος σταμάτησε από την τρομάρα να κινείται.

Σε ένα λεπτό ήταν εκεί. Άρχισε να μεταμορφώνεται. Από φορτηγό έγινε ένα τσαμπουκαλεμένο πανίσχυρο ρομπότ. Σκλήρυνε και η δεξιά ρώγα του Αρκουδάκη.

Ο ελέφαντας όρμηξε πάνω στον Όπτιμους. Τον έριξε κάτω.

Το μικρό αρκουδάκι που ήταν φαν του , ανέβηκε σαν την Τσίτα πάνω σε έναν πλατάνι και φώναζε συνθήματα υποστήριξης προς το καλόκαρδο ρομπότ. «Keep loving in the dark ages» και κάτι τέτοια περίεργα.

Ο Πράιμ με ένα σάλτο σηκώθηκε όρθιος, και έπιασε στα χέρια του τον ελέφαντα. «Ρε Ντάμπο, θα σε λιώσω», του είπε.
«Θα με κλάσεις δυο μάντρες, ανακυκλωμένε τέντζερη», απάντησε ο ελέφαντας.

Παλεύανε ώρες, χέρι με προβοσκίδα, αυτί με μπουλόνι. Χαμός στο ίσωμα. Σκόνη, κραυγές, κεραυνοί.

Τοπίο αποκάλυψης.

Ο ελέφαντας όμως έκανε μια πολύ τσάτσικη σκέψη. Πέταξε χώμα στα φωτεινά μπλε μάτια του ρομπότ. Εκείνο τυφλώθηκε προσωρινά και πάλευε να τα καθαρίσει. Αφού είχε κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα, ο φουξ ελέφαντας γύρισε προς το μέρος του αρχηγού. Και άρχισε να ρουφάει.

Ο Αρκουδάκης κρατήθηκε από έναν πάσαλο. Κρατιόταν με όλη του τη δύναμη. Αλλά…

Ο ελέφαντας σταμάτησε να ρουφάει. Κάτι γυάλιζε στην άκρη προβοσκίδας του. Γυρίζει προς τον Όπτιμους, ο οποίος μένει κόκκαλο. Ήταν το φυλαχτό. Το ρομπότ πέφτει στα γόνατα και προσκυνάει τον ελέφαντα,

«Επιτέλους απέκτησα το τηλεκατευθυνόμενο-νταλίκα που ήθελα πάντα».

Έπειτα ακολούθησε ο όλεθρος. Ο ελέφαντας ανέβηκε στην κορυφή ενός λόφου και ξεκίνησε να δουλεύει. Ρουφούσε τρεις μέρες. Χάθηκε η αγάπη, τα χρώματα, η φιλία. Όλα έγιναν γκρίζα και ψυχρά.

Η θρυλική πρωτεύουσα των Αρκουδακίων έπεσε.
Ο Όπτιμους Πράιμ αιχμαλωτίστηκε.
Ο Domino έτρωγε πιτόγυρα μέσα σε ένα διαστημόπλοιο αγνοώντας το τι είχε συμβεί.

Χάθηκε κάθε ελπίδα;

Advertisements

2 responses to “Τα Αρκουδάκια της Αγάπης: Το χαμένο επεισόδιο, part 2

  1. Έχω μείνει κάγκελος, λέμε!
    Χάθηκε κάθε ελπίδα τελικά ή μήπως…;

  2. Μήπως, κύριε Aerosol, μήπως….

    Θα γίνει της πουτάνας ο κάγκελος!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s