Category Archives: Τα αρκουδάκια της αγάπης

Βγάλτε τα έξω και κοπανήστε τα στο πληκτρολόγιο: Μια νέα εποχή ξεκινά!

Επειδής σας αγαπάω πάρα πολύ, και επειδής θέλω αυτό το ιστολόγιο να προσφέρει το μάξιμουμ (ή μαξιμουν) επίπεδο καψίματος (ή καΐλας), ηδονής και καταστροφής, υπέγραψα ένα συμφωνητικό με την σχολή καλών τεχνών της Γκρενόμπλ στη μακρινή….εεε…εεεε….Πορτογαλία, ναι, Πορτογαλία, εκεί είναι η Γκρενόμπλ, και σας παρουσιάζω περήφανα (πράουντλι πριζέντ):

The Domino Care Bears in technicolour , by Noula
Ο φοβερός Αρκουδάκης την ώρα της καταστροφής

Από αριστερά: μια άγνωστη ιερόδουλη, ο πρώτος αρχηγός των Αρκουδακίων, ο Αρκουδάκης, και μια γνωστή ιερόδουλη, η Παστελίτσα.

Advertisements

Η Μεγάλη Άρκτος (της αγάπης πάντα).

Ο Ζαχαρούλης περπατούσε στο σκοτεινό σοκάκι. Σπασμένα πλακόστρωτα, καπνοί παντού, σειρήνες, μισογκρεμισμένα κτίρια, αρκουδάκια-τζάνκια πεσμένα, αρκουδάκια-ζόμπι παραπέρα (ευτυχώς που είναι παραπέρα γιατί αν κάτσω να γράψω και καμιά σκηνή μάχης του Ζαχαρούλη με τα αρκουδάκια-ζόμπι θα γεμίσει ο τόπος αρκουδίσιο αίμα και δεν βγαίνει με τίποτα το μπουρδέλο), πεσμένες κολώνες ηλεκτροδότησης. Φυσικά είναι νύχτα, και το φεγγάρι είναι κόκκινο.

Πήγαινε να βρει την ιερόδουλη (μα τι πολιτισμένος είμαι ο πουστς) που είχε ερωτευτεί.

Ο Ζαχαρούλης ήρθε τον τελευταίο μήνα από την επαρχία. Πιτσιρικάς, δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό του. Όμως η ιδέα της επανάστασης τον έφερε στην πρώην πρωτεύουσα, η οποία βρωμούσε πύον και σκόρδο.

Τις πρώτες μέρες ήταν χαμένος. Όμως ο Συννεφούλης, ο αρχηγός της Αντίστασης, είχε οργανώσει ομάδες οι οποίες αναζητούσαν τους νεοφερμένους και τους οδηγούσαν στα κρησφύγετα πριν γίνουν αντιληπτοί από Εκείνους και σφαγιαστούν.

Εκεί έκανε παρέες, και σε μία από αυτές ήταν και η Παστελίτσα. Στην κοιλίτσα της είχε το σήμα του αγοραίου έρωτα. Εάν βρει κανένας πιο σήμα είναι αυτό θα του δώσω δώρο ένα κιλό καλαμπόκι κομπόστα. Άβγαλτος καθώς ήταν ο καημένος ο Ζαχαρούλης, δεν κατάλαβε τίποτα. Την ερωτεύτηκε.

Τώρα πήγαινε να την βρει.

Στα σκοτάδια.

Μόνος.

Την βρήκε. Εδώ άνετα θα μπορούσε να τελειώσει η ιστορία, αλλά θα συνεχίσω, γιατί με αγαπάτε.

Η Παστελίτσα πολύ χάρηκε που τον είδε. Πρώτη φορά κάποιος ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ γι’αυτήν. Του έδειξε ένα χαρτόκουτο που ήταν παρατημένο παραδίπλα και του έκλεισε το μάτι. Μπήκαν μέσα. Τραγουδούσαν Τσαλίκη ως το πρωί αγκαλιασμένοι.

Κρατήστε αυτό το ζευγάρι για αργότερα…Φτάνει τόσος έρωτας, πάμε στην καΐλα τώρα.

Μερικά εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, ο αστρικός στόλος ταξίδευε σε ταχύτητα δίνης. Ήταν οι δυνάμεις του Τατζικιστάν. Η Ομοσπονδία του Τατζικιστάν στο ολόκληρο. Κυνηγούσαν τις Σκιές από γαλαξία σε γαλαξία, από ηλιακό σύστημα σε ηλιακό σύστημα, από πλανήτη σε πλανήτη, από φεγγάρι σε φεγγάρι. Το μίσος ξεκίνησε όταν Εκείνοι κατέστρεψαν τον πλανήτη των Τατζίκων πριν χιλιάδες χρόνια. Έζησαν δεκάδες χρόνια σκλάβοι στον ρημαγμένο τόπο τους.

Ένα βράδυ (για τότες μιλάω ακόμα), οι Τατζίκοι και οι Σκιές είδαν έναν μετεωρίτη να σκάει κάπου πάνω στον πλανήτη. Τρεις μέρες μετά κατάλαβαν ότι δεν ήταν μετεωρίτης.

Μην ήταν η Φαίη; (ινσάιντ τζόουκ του κώλου, αλλά μ’αρέσει!)

Όχι.

Ήταν ο Όπτιμους Πράιμ.

Αν αναρωτιέστε, τρεις μέρες κράτησε το τζετ λαγκ.

Ο Όπτιμους έδιωξε τις Σκιές από τον πλανήτη των Τατζίκων. Έμεινε μαζί τους για δέκα ολόκληρα χρόνια. Τους έμαθε πράματα που ούτε πίστευαν ότι υπάρχουν. Τους έδωσε την τεχνολογία της ψυχρής σύντηξης. Τους έμαθε να φτιάχνουν διαστημόπλοια. Τους έμαθε να ταξιδεύουν και στις δώδεκα διαστάσεις. Τους έμαθε να μαγειρεύουν στραπατσάδα. Τους έμαθε τα Αρμάνι και τα Βερσάτσε. Αλλά με την υπόσχεση ότι θα τα χρησιμοποιήσουν όλα αυτά για να εξαφανίσουν Εκείνους.

Δημιούργησαν τον μεγαλύτερο και ισχυρότερο στόλο που έγινε ποτέ. Έκαναν σύμμαχο κάθε δύναμη που εναντιωνόταν σε Εκείνους. Έτσι δημιουργήθηκε η Ομοσπονδία, η οποία, αν υποθέσουμε ότι Εκείνοι ήταν οι κατσαρίδες, αυτή ήταν η τέζα.

Ο αρχηγός του στόλου ήταν ο Ναύαρχος. Σκέτο. Δεν είχε όνομα. Δεν είχε τόπο. Δεν είχε ελπίδα. Δεν είχε καμιά πατρίδα. Το πρόσωπό του ήταν πάντα καλυμμένο και ξεχώριζαν μόνο τα μάτια του. Τα λαμπερά μάτια του. Το μίσος του για Εκείνους ήταν απύθμενο. Κανεις δεν ξέρει γιατί ακριβώς. Το μόνο που ήξεραν όλοι ήταν ότι ο Ναύαρχος ήταν ο χαρισματικότερος ηγέτης που είχαν οι Τατζίκοι. Ο τύπος έσπερνε. Υπήρχε και ένας θρύλος ότι είχε πάρει μέρος στο Κάστρο του Τακέσι. Ρισπέκτ.

Ο Ναύαρχος καθόταν στην καρέκλα του και κοιτούσε τα άστρα να περνούν με απίστευτη ταχύτητα.

«Πλοηγέ, βάλε τους υαλοκαθαριστήρες, γέμισε το παρμπρίζ μυγάκια. Επίσης άναψε τα όπλα Αρμάνι και Βερσάτσε να ζεσταίνονται.», είπε με την βαθιά φωνή του.

«Μάλιστα καπετάνιο», αποκρίθηκε ο πλοηγός. Είχε ενθουσιαστεί γιατί είχαν χρόνια να χρησιμοποιήσουν αυτά τα όπλα. Θα γινόταν μεγάλο μπαντιρντί.

Η ναυαρχίδα του στόλου γυάλιζε στο κόκκινο φως του ήλιου αυτού του συστήματος. Σε λίγες ώρες θα ήταν σε τροχιά πάνω από την Αρκουδοαγαπούπολη…