Ο Κινέζος κουλουρτζής και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό.

Η θερμοκρασία του νερού ήταν τέλεια. Ξεντύθηκε και βούτηξε μέσα στη μπανιέρα όπου είχε ρίξει αφρόλουτρο με άρωμα κεράσι –σ.σ. τα σπάει– και μία μπαλίτσα από τα Βόδισοπ που κάνει μπουρμπουλήθρες και βγάζει αιθέρια έλαια. Πάντως ρε παιδιά, είδατε, είναι αλλιώς να ξεκινάει ένα ποστ με την υπόσχεση ότι θα είναι τσοντιάρικο.

Πρώτα πρεπει να απαντήσω στον άγνωστο φίλο μου ότι η μίζα του Saxo δεν γυρνάει γιατί δεν έβαλες το κλειδί μέσα.

Είχε βάλει απαλή μουσική στο πικάπ. Σιχαινόταν τα σιντί και τα ντάουνλόαντ. Εϊχε και ένα ποτήρι με μπύρα αρίστης ποιότητας, το οποίο έπινε αργά και απολαυστικά. Όχι, δεν μπορώ να σας πω πως το έκανε.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Πατάει την ανοιχτή ακρόαση.
«Ετοιμάσου να πάμε έξω, θα περάσω σε λίγο να σε πάρω.»

Πώς βαριόταν. Ήθελε να μείνει μέσα απόψε, να ευχαριστηθεί το αφρόλουτρο, να μην δει την φάτσα του για μια μέρα. Αλλά η δουλειά είναι δουλειά, και αυτός που είπε ότι η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη ή πολύ πλούσιος θα ήταν και όλη μέρα ψω&#κοπανούσε ή πολύ πεινασμένος και ήθελε να φάει τον αφέντη. Δυστυχώς ο Λεβέντης που ψήφισα δεν πήγε καλά. Την άλλη φορά.

Σηκώνεται και φοράει μόνο τα απαραίτητα. Μόνο άρωμα δηλαδή.

Σε λίγο χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Κατεβαίνει. Μπαίνει στο ακριβό Πεζό 307, μαύρου χρώματος, τρίθυρο, βασική έκδοση. Ήταν ένα από τα ελάχιστα που κυκλοφόρησαν. Αμαξάρα σε λέω. Τώρα μπορεί να κοστίζει και 123.000 ευρώ.

«Απόψε δεν ήθελα να σε δω, σε βαρέθηκα.»

Ο οδηγός δεν απάντησε. Οδηγούσε στην λεωφόρο με ταχύτητα. Η κατεύθυνσή του ήταν προς τη νότια έξοδο της πόλης.

«Πού με πας;»

Πάλι καμιά απάντηση.

Τώρα εδώ θα κολλούσε τρελά να ερχόταν ένας ιπτάμενος δίσκος και να γινόταν της πόπης, αλλά είπα στην ψυχολόγο μου ότι θα μπω στον ίσιο δρόμο.

Δεν γαμείς.

Ξαφνικά βλέπουν μια λάμψη στον ουρανό. Το ραδιόφωνο αρχίζει να κάνει παράσιτα. Το αυτοκίνητο σβήνει, το τιμόνι κλειδώνει.

«Γουάτ δε χεκ ισ χάπενινγκ?» ρωτάει ο οδηγός. Παρατηρήσατε ότι το ερωτηματικό είναι αγγλικό; Το ιστολόγιο τούτο είναι σαν παστρικιά κοκόνα γκόμενα. Όλα πάνω του υπερβολικά σωστά.

Ένας ιπτάμενος δίσκος προσγειώνεται μπροστά τους. Ανοίγει μια ράμπα και κατεβαίνουν άνδρες πάνω σε κάποιου είδος καροτσάκια, με τρίαινες στα χέρια, με μεγάλα άσπρα μούσια. Παρατηρώντας καλύτερα, τα καροτσάκια μεταφέρουν ένα είδος εξωγήινης ανδρικής γοργόνας.

«Δεν είναι δυνατόν….»,λέει με τρεμάμενη φωνή ο οδηγός. «Τελικά ο τρελόγερος είχε δίκιο…Υπάρχουν οι Άτλαντες και να που ήρθε η μέρα να με πάρουν μαζί τους…Δεν μπορώ να το πιστέψω…»

Ο πιο γεροδεμένος από τους Άτλαντες πλησιάζει με το καροτσάκι του το αυτοκίνητο από τη μεριά του οδηγού. Χτυπάει το τζάμι. Ο οδηγός το ανοίγει. Επειδής είπα πριν ότι το αυτοκίνητο τα έπαιξε, το παράθυρο είναι της παλιάς σχολής. Και μην ξεχνιόμαστε, μόνο 123.000 ευρώ. Κελεπούρι.

-Καλησπέρα σας κύριε. Θα μπορούσα να σας κάνω μια ερώτηση;
-Βεβαίως, απάντησε ο οδηγός.
-Τυγχάνει να είστε ο εγγονός του Domino Skywalker;
-Ναι εγώ είμαι.
-Ααα, πολύ ωραία, σας βρήκαμε με την πρώτη. Ήταν ξέρετε πολύ χρήσιμες οι πληροφορίες του παππού σας.
-Ποιές πληροφορίες και ποιός παππούς μου, αφού ο παππούς τα τίναξε πριν δύο χρόνια όταν έβαλε στοίχημα ότι μπορεί να φάει πιο πολλά πιτόγυρα από έναν τύπο που του πουλούσε μαγκιά.
-Μα καλά ρε φίλε, δεν έχεις ακούσει ποτέ για σκηνοθετημένο θάνατο; Δεν μπορεί να είσαι εσύ ο εγγονός του τιμημένου Domino. Αν δεν είχες το τραβεστί δίπλα σου θα ορκιζόμουν ότι έκανα λάθος.
-Τραβεστί; Καλά, τραβεστί είσαι;
-Γιατί, έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες να μπορούν να σε πάρουν αγκαλιά;, απαντάει το τραβεστί και κοιτάζει τον καθρέφτη για να βάλει λιπ γκλος.

Ο Άτλαντας κάνει παραπίσω και σηκώνει την τρίαινά του. Το Πεζό αρχίζει να πετάει προς τον ιπτάμενο δίσκο, ώσπου μπαίνει μέσα.

Ένας άλλος Άτλαντας πλησιάζει διστακτικά αυτόν που έκανε τα φακιρικά.
-Κυρ-λοχία, του λέει.
-Τι θες στρατιώτη;
-Άντε τον εγγονό τον πήραμε, το τραβεστί τι θα το κάνουμε;
-Έχεις δει τον γιο του βασιλιά μας;
-Ποιο, το Αριέλ το μικρό γοργόνι; Το ερμαφρόδιτο παιδί του βασιλιά;
-Ναι.
-Ε τι;
-Ε δε σε λέω, άι σιχτίρ.

Μπαίνουν μέσα στον ιπτάμενο δίσκο.

-Πρέπει να ανεφοδιαστούμε, λέει ο πλοηγός. Έχει κάτι καλαμπόκια εδώ δίπλα, θα αφήσω για λίγο τον δίσκο να βοσκήσει.
-Εντάξει, είπε ο λοχίας, και ανοίγει το καινούριο τεύχος του Atlantian Boobs.

Κάπου στο αμπάρι, ο εγγονός και το τραβεστί κοιμόταν αγκαλίτσα. Δεν ήξεραν που έχουν μπλέξει…

Ε νιου αντβέντσουρ μπιγκίνς!

Ακολουθεί διαφημιστικό μήνυμα χωρίς χρέωση.
Θέλετε να μάθετε αγγλικά; Αγγλικά Domino. Ταχύρυθμα, ενηλίκων, ευκινήτων, για καρδιακούς, για καλά παιδιά, για τυφλούς.
Google ads και τα @@ μας κουνιούνται…

Η επιστροφή από το Κονγκό: Ο Τζαφάρ.

Εδώ και μερικές μέρες προσπαθώ να προσαρμοστώ στην νέα -παλιά δηλαδή- πραγματικότητα. Δηλαδή όχι πλέον σκούπισμα με φύλλα και φαγητό το οποίο δεν έχει τρίχες. Και δεν φέρνει σε ποντίκι. Εκεί στην έρημο το μεγαλύτερο ζώο είναι ο αρουραίος. Επίσης προσπαθώ να ξαναβρώ την γραφή μου, αλλά εκεί που ήμουν ούτε καν μιλούσα,γρύλιζα, οπότε το ότι θυμάμαι ακόμα το αλφάβητο είναι άξιο αναφοράς.

Ρε πούστη, αυτός ο Burial είναι όντως τόσο βαρύς ή εγώ απλά είμαι τόσο χαϊβάνι;

Εκεί στο Κονγκό έκανα μερικές πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Ένας ήταν ένας Ιρακινός, ο Τζαφάρ, ο οποίος είχε καταλήξει εκεί λόγω παντρειάς. Σώγαμπρος. Αυτές οι κονγκολέζες είναι πολύ άτιμες και τους τυλίγουν τους άντρες τσακ μπαμ. Η παγκοσμιοποίηση είχε κάνει καλό στα αισθηματικά του, ενώ αντιθέτως τα δικά μου τα ρήμαξε.

Με τον Τζαφάρ κάναμε πολύ παρέα, διότι ήμασταν συνάδελφοι. Ανήκαμε στο εργατικό δυναμικό μιας εταιρείας η οποία μάζευε καρύδες. Το απογευματάκι πίναμε μαζί μπύρες, τραβιόταν μετά από τόση κούραση και τόση ζέστη.

Και εδώ αρπάζω τη ευκαιρία από τα μαύρα της μαλλιά και θα σας εξηγήσω τον λόγο για τον οποίο όλοι οι σκληρά εργαζόμενοι στο λιοπύρι πίνουν αβέρτα μπύρες. Όπως οι μπετατζήδες που κάθε απόγευμα αφήνουν πίσω τους τόσα κουτάκια, που φτάνουν να φτιαχτούν και τα αλουμίνια του σπιτιού.

Ο λόγος λοιπόν είναι οι ηλεκτρολύτες. Η μπύρα, που όπως πολλάκις έχω πει ονομάζεται και αγίασμα, είναι καταπληκτική στο να αναπληρώνει τους χαμένους ηλεκτρολύτες του σώματος. Βέβαια που το ξέρει αυτό ο αλβανάκος ο Φισνίκ, που ο παππούς μου τον ονόμασε Φώτη γιατί τον βρήκε τότες ψόφιο μέσα σε ένα χωράφι των Φώτων, δεν το γνωρίζω, αλλά το πόιντ είναι ότι έχει ξεσκισθεί (παρατηρήστε το «θ» και όχι το «τ», δίνει μια άλλη ποιότητα στη γραφή) να πίνει μπύρες.

Επίσης, η Άμστελ η πεντακοσάρα γι’αυτό ονομάζεται και «μπετατζίδικη».

Ξαναγυρνάω στο θέμα μου λοιπόν -ναι, υποβόσκει κάπου θέμα- και συνεχάου. Ο Τζαφάρ που λέτε όταν έμαθε ότι θα ξαναγυρίσω στην πατρίδα γιατίς πλέον όλοι μου οι εχθροί είχαν ψοφήσει, μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου. Και την γυναίκα του και τα επτά (εφτά) παιδιά του.

Επειδής ήταν πολύ αφάν γκατέ και οτ κουτούρ, πολύ κουλ τυπάκι και φάνκι φατσούλα, δέχτηκα. Είπα κρίμας είναι ο άνθρωπας (ο εργοδότης μας θα έλεγε «κρίμας είναι το ζωντανό», τέτοιος σκατόψυχος και ρατσιστής ήταν), δεν πρέπει να τον αφήσω εδώ στη μιζέρια. Οπότες του πλήρωσα τα εισιτήρια με τις λίρες που έκρυβα μέσα στη γλάστρα, διότι εγώ δεν τις εμπιστεύομαι τις τράπεζες, και τον έφερα.

Η δουλειά που του βρήκα ήταν μπάτλερ στο σπίτι μιας φίλης μου της οποίας της στάζουν τα ευρά από τα μπατζάκια. Όποτε φοράει παντελόνια γιατί συνήθως κυκλοφορεί με κάτι φούστες σαν ζώνες. Το Τζαφάρ έγινε Ζαφείρης και ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Και ο Τζαφάρ, όπα, Ζαφείρης, λάθος, γιατί καθάριζε πολλά λεφτά, και η φίλη μου γιατί δούλευε ο τύπος σκληρά (μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό) και εγώ επειδής είχα καταφέρει να τον αποκαταστήσω και δεν τον έφερα άδικα, διότι το είχα άγχος. Είμαι και πονόψυχος ο πούστης.

Τα προβλήματα ξεκινήσανε ένα βράδυ, ή καλύτερα μια νύχτα, που έλιωνα σε αυτήν την μπούρδα το Facebook αντί να κοιμάμαι ή να είμαι έξω τουλάχιστον να βρω καμιά τελειωμένη που να κάνει πλιτς-πλιτς (είμαι ένα σεξιστικό γουρούνι, το πιστεύω), χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Κοιτάζω από το ματάκι και δεν βλέπω τίποτα, μια μαυρίλα. Ανοίγω την πόρτα και αντικρίζω μπροστά μου την κυρα-Ζαφείρενα.

«Α, γι’αυτό έβλεπα μια μαυρίλα», σκέφτηκα.

Μου σκάει ένα μπουκέτο στη μάπα σαν εκείνο που μου έριξε ένας τύπος πριν είκοσι χρόνια στο γυμνάσιο. Αλλά έπρεπε να το δείτε τον τύπο μετά πως τον έκανα εγώ…Τέλος πάντων, αφού συνήλθα, την ρωτάω τι έγινε και μου αρχίζει σε έντονο ύφος τα κονγκολέζικα.
Προσπαθούσα να καταλάβω τις λέξεις ανάμεσα στα σάλια που πετούσε. Κάτι για «ίντερνετ» έλεγε, κάτι για «σεχ» (όχι σεξ γιατί οι βλαμμένοι στο ιν.γκρρρρρ το γράφουν έτσι και θέλω να φέρω κόσμο στο μπλόγκι με ρουφιάνικους τρόπους) και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα.
Μου πέρασε από το μυαλό ότι έκανε τίποτα με την φίλη μου την αφεντικίνα του. Εκείνη την στιγμή ξενέρωσα γιατί εγώ προσπαθώ χρόνια να την ρίξω, και αυτός την έφαγε σε δύο μήνες;

Μετά από πολύ προσπάθεια κατάλαβα ότι ο Ζαφείρης είχε αγοράσει ένα λαπτόπι και μια σύνδεση από αυτές τις ασύρματες που σου πιάνουν τον κώλο για να έχει ίντερνετ. Διότι και καλά το χρειαζόταν στην δουλειά του. Εμ έλα που ο Ζαφείρης είχε εξελιχθεί σε έναν πρώτης τάξεως τσοντιάρη και την κυρά του την είχε αφήσει χωρίς κοκό πόσο καιρό…

Την άλλη μέρα το απόγευμα, πήγα στο σπίτι της φίλης μου. Αφού ήπιαμε ένα ποτό και είπαμε πέντε-έξι βλακείες, μου είπε ότι τα είχε φορτώσει στον κόκκορα ο υπάλληλός της και κλεινόταν στο γκαράζ με το λαπτόπι παρέα για ώρες.

Έφυγα σκεπτικός από το σπίτι, και προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να τον κάνω να ξεκολλήσει, και φυσικά αυτό να γίνει με τακτ, γιατί είναι γνωστό ότι είμαι τακτικός τύπος. Νούνιζα και νούνιζα, αλλά δεν έβρισκα τίποτα. Μπορεί να είμαι τακτικός, αλλά όχι έξυπνος.

Τελικά μου ήρθε στο μυαλό να πάρω τηλέφωνο τον Ανηλάκη τον φίλο μου, ο οποίος δουλεύει στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας της οποίας συνδρομητης ήταν ο Ζαφείρης. Και λέω ήταν γιατί έπεισα τον Ανηλάκη να του στείλει έναν λογαριασμό της τάξεως των 4.983,34€. Σαν ποσό από τηλεπαιχνίδι ακούγεται.

Όταν έφτασε ο λογαριασμός σπίτι, ο Ζαφείρης έπαθε καρδιακό επεισόδιο. Αυτό ήταν κάτι το οποίο δεν το περίμενα να πω την αλήθεια.

Τώρα θυμήθηκα μια θρησκευτικό που είχα στο γυμνάσιο -πολύ αναφέρω το γυμνάσιο απόψες- που μας έλεγε ότι αυτή που απατάνε τις γυναίκες τους συνήθως πεθαίνουν στο κρεβάτι με τις ερωμένες τους επειδής τους τιμωρεί ο Θεός.

Και που λες σωριάζεται κάτω ο Ζαφείρης και εμένα μου πήγε να. Είχα παει από εκεί το χαϊβάνι για να δω την έκφρασή του όταν θα άνοιγε τον φάκελο. Ήθελα να κάνω και χαβαλέ το ζώο. Τι σημαίνει που ξέρω πότε θα έφτανε ο λογαριασμός; Εδώ ξέρω πότε θα πεθάνω (στα 53) δεν θα ξέρω πότε θα φτάσει ένας λογαριασμός;

Τον αρπάζω,τον βάζω στο Πεζό και πλακώνομαι να φτάσω στο κοντινότερο νοσοκομείο. Ευτυχώς ο άνθρωπος έγινε καλά και τελικά το έκοψε το χούι.

Τον λογαριασμό πήγε τελικά και τον πλήρωσε. Τα λεφτά πήγανε στον Ανηλάκη, ο οποίος σωστός τζέντλεμαν μου τα επέστρεψε. Του έδωσα κάτι για τον κόπο του (με ξένα κόλυβα κηδεία δηλαδής) και τα υπόλοιπα τα έβαλα στην τσέπη μου.

Όπως είπα πριν είμαι μεγάλο χαϊβάνι και ζώο. Δυστυχώς το νοσοκομείο ήταν ιδιωτικό και αναγκάστηκα να πληρώσω τον λογαριασμό με αυτά. Εμ ήθελε και σουϊτα για τον καλό της η κυρα-Ζαφείρενα, άσχετα αν δεν κοκό πόσο καιρό. Έρωτας.

Το ηθικό δίδαγμα της υπόθεσης ήταν τελικά ότι έπρεπε να τον πάω σε δημόσιο μπας και βγάλω και εγώ καμιά μίζα. Εμ πώς θα γινόμουν μεγαλοεπιχειρηματίας αν δεν είχα το τσατσιλίκι μέσα μου;

Η επιστροφή από το Κονγκό: Ο τατουχτυπημένος λαχειοπώλης.

Εχθές τα ξημερώματα επιτέλους ξαναένιωσα αυτήν την σκατοϋγρασία που δέρνει την Θεσσαλονίκη μετά από σχεδόν δέκα μήνες απουσίας. Το Ντόιγκ 747 προσγειώθηκε μετά κόπων και βασάνων στον πολύπαθο αεροδιάδρομο του «Μακεδονία».

Η απευθείας πτήση από την Λιβερία με κούρασε πάρα πολύ. Κατά την πολύωρη διάρκειά της, σκεφτόμουν όλα αυτά που πέρασα, κυνηγημένος από τους δαίμονες της Νέας Τάξης Πραγμάτων και τις Μάγισσες του Σταρ Τσάνελ.

Θυμόμουν το βράδυ που χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν το ηχογραφημένο μήνυμα των σούπερ μάρκετ Τσοντόπουλος. Θυμόμουν το πρωί που είχε τελειώσει ο εσπρέσο. Θυμόμουν το μεσημέρι που με έπιασαν επτά φανάρια κόκκινα στη σειρά. Ήταν φανερό: είχα πέσει θύμα ενός πολύ δυνατού ξορκιού.

Στο μυαλό μου τριγυρνούσαν οι λέξεις που μου είχε πει ο λαχειοπώλης :
«Ένα βράδυ δεν είχα τι να κάνω και πήρα το παπί και πήγα σε ένα κωλόμπαρο σε ένα παραδιπλανό στενό. Εκεί ήταν μια ρουμάνα, την οποία ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Ξόδευα όλα μου τα λεφτά εκεί, βραδιές και βραδιές, γυρνόντας τα πρωινά στην γυναίκα μου, πιωμένος αλλά ευτυχισμένος και σωματικά ανακουφισμένος. Δεν είχα φράγκο να πληρώσω το πρακτορείο των λαχείων, την «Ξεμωραμένη». Χρωστούσα τόσα πολλά, ώστε ο τύπος που την είχε δεν άντεξε και την πούλησε. Αυτός άνοιξε μια καφετέρια στην Καμάρα και πηγαίνουν τα φοιτητόνια, και λέγεται ότι από τότε δεν γέρασε ούτε μια μέρα, δεν εμφανίστηκε στο πρόσωπό του όυτε μια ρυτίδα, γιατίς με κάθε φιλί που δίνει στις νεαρές κοπέλες για το καλωσόρισμα τις κλέβει και από μία μέρα της ζωής τους…
Να μην στα πολυλέω, ήταν τέτοιος ο έρωτας μου γι’αυτήν που πήγα και χτύπησα τα όμορφα μάτια της τατουάζ στην πλάτη μου. Να, δες….Θα μου πεις, που ήξερε ο τατουατζής πως είναι τα μάτια της; Ε πήγα το κεφάλι της εκεί…»

Μόλις άκουσα την φριχτή του ομολογία, πήρα τον καλό μου τον σουγιά τον Victorinox και του έκοψα τα απ’αυτά. Τα έριξα στην φωτιά του τζακιού, και είπα μια αρχαία προσευχή, όπου καλούσα τον Πολέμαρχο του Θεού να αναπαύσει την πουτάνα και να κάψει στην κόλαση αυτόν τον ελεεινό τύπο που φαλήρισε την «Ξεμωραμένη-Πρακτορείο Λαχείων».

Αυτή μου η επίκληση ήταν που άνοιξε τις πύλες του κακού. Ένιωσα ένα ρίγος στην σπονδυλική στήλη και ένιωσα τα δαιμόνια να με ψάχνουν, με φρικτές υπερηχητικές τσιρίδες. Κατάλαβα.

Μπήκα στο Πεζό και πήγα στο αρχηγείο μου. Ο μόνος τρόπος για να διαφύγω ήταν να μπω στο σούπερ κανόνι που είχα δημιουργήσει γι’αυτήν ακριβώς την περίσταση και να σκάσω μύτη στο μακρινό Κονγκό, έτσι όπως και έγινε άλλωστε…

Ο φυγάς υπό το σεληνόφως

Πουλιάμ’,

Σας γράφω από το μακρινό Κονγκό. Εδώ πέρα δεν υπάρχει ούτε ίντερνετ, ούτε τίποτα. Αυτό το μήνυμα που διαβάζετε τώρα το υπαγόρευσα από ένα δορυφορικό τηλέφωνο στον φίλο μου τον Κωστάκη από τον δεύτερο, και τον παρακάλεσα να το αναρτήσει.

Εδώ πέρα με έσπρωξε η πουτάνα η κενωνία. Δυστυχώς δεν μπορώ να σας πω τον λόγο για τον οποίο ήρθα εδώ. Απλά στην Ελλάδα δεν με συμπαθούσαν πολλοί.

Δεν ξέρω πόσο καιρό θα μείνω εδώ. Θα εξαρτηθεί από το εάν και πότε θα ηρεμήσει η κατάσταση.

Θέλω να σας ευχαριστήσω για τα καλά σας λόγια και για την υποστήριξή σας τόσο καιρό. Το ιστολόγιο θα είναι εδώ, σαν ένα μενίρ, το οποίο θα υπενθυμίζει την ύπαρξή μου στον μάταιο τούτο κόσμο. Όποτε έχω ευκαιρία θα επικοινωνώ μαζί σας και θα σας επισκέπτομαι να σας λέω ένα γεια.

Λυπάμαι που σας αφήνω, αλλά η ζωή καμιά φορά φέρνει τα πράματα έτσι όπως δεν τα περιμένεις.

Αριβεντέρλα φίλοι μου.

Με πολύ αγάπη,
Domino

Η κολονοσκόπηση ενός πάντα.

Ο Domino Skywalker καθόταν στην φτέρνες του. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα ξύλο και στο άλλο τον φωτοσουγιά του, δώρο της μάνας του από το ταξίδι της στο Helvetic Sector IV πρόπερσι τα Χριστούγεννα.

Αυτό το ξύλο το παίδευε πολλές μέρες, προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα ξυλόγλυπτο. Συγκεκριμένα την Αφροδίτη της Μήλου, ένα άγαλμα το οποίο βρισκόταν στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο χτίστηκε πάνω σε μία διαστημική πλατφόρμα. Αρχιτέκτονάς του ήταν ο περίφημος Τραβαζόρι, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από το κίνημα του στρουκτουραλισμού.

Ο ήλιος έκαιγε. Δεν παραπονιόταν, γιατί έτσι μαγειρευόταν γρηγορότερα τα αυγά όρκας που είχε ρίξει πάνω στην καυτή πέτρα. Το καπέλο-ομπρελίνο έκανε καλή δουλειά.

Ήταν κολλημένος εκεί μέρες. Ο δρόμος ήταν κλειστός, και αυτός αποκλεισμένος. Το πυκνό χιόνι είχε καλύψει τα πάντα και η χιονόπτωση συνεχιζόταν. Αυτό κανονικά δεν θα ήταν εμπόδιο για έναν Skywalker, αλλά η ταυτόχρονη ηλιακή καταιγίδα και η τριπλή σύνοδος των πλανητών Άρη-Δία-Κρόνου-Πλούτωνα είχε κάνει την κατάσταση απελπιστική.

Έπρεπε να μεταφέρει το μήνυμα στον δάσκαλό του πάση θυσία. Ταξίδευε ιγκόγκνιτο, και καλά νοσοκόμα, για να μην κινεί τις υποψίες. Η φάρα των SKywalker ήταν εκτός νόμου με το Διαγαλαξιακό Διάταγμα 1432/4007.

Για να καταλάβεις τι παίζει, οι Skywalker ήταν αυτοί που υπό την διακυβέρνησή τους η Γη έγινε υπερδύναμη. Είχαν καταλάβει ηλιακά συστήματα ως τα βάθη του διαστήματος. Αλλά οι Skywalker ήταν σοφοί, και όπου πήγαιναν κυβερνούσαν με τον πολιτισμό, την κουλτούρα και την γνώση, και ουχί με τον βούρδουλα και το μαστίγιο. Τώρα που έγραψα μαστίγιο μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη.Αλλά με άρεσε…

Κάνω ένα μικρό διάλειμμα για θερμομέτρηση γιατί το κόβω ο υδράργυρος να μου μπαίνει στον κώλο. Ναι, εκεί το βάζω το θερμομετρητήρι.

Και αφού επιβεβαίωσα για ακόμη μια φορά ότι τα κείμενα του ιστολογίου τούτου είναι προϊόντα μέθης, μέτριας προς κακής ψυχολογικής κατάστασης ή/και πυρετού, συνεχάου.

Το σωτήριον έτος 3.765 μ.Α. (μετά Αντιχρίστου), την χρονιά του Σκύλου σύμφωνα με το ημερολόγιο ένός χαμένου σήμερα λαού, η Πρώτη Κυρία των Skywalker, η Σουλτάνα Skywalker, της φατρίας Skywalker, το γένος Johnywalker, έκανε γιο. Τον Μάκη (Skywalker, για να μην ξεχνιόμαστε).

Ο Μάκης είχε ένα χαρακτηριστικό. Είχε έξι δάκτυλα. Αυτό θεωρήθηκε κακός οιωνός από τον σαμάνο της φυλής, και αποφασίστηκε να τον πετάξουν στον Καιάδα. Πάντως αν το παιδί μου γεννηθεί με έξι δάκτυλα θα το σκοτώσω. Δεν έχω μεγαλύτερο κακό, γαμώ τους βασιλιάδες σας.

Η Αυτοκρατορία βρέθηκε σε μια περίοδο αναταράξεων. Ο διάδοχος νεκρός, η Πρώτη Κυρία θεωρήθηκε καταραμένη από τους θεούς και οι Βλίμαβλίμα πλησίαζαν τα σύνορα της Αυτοκρατορίας στον τομέα Cygnus XXV.

Ο επιτελάρχης του στρατού άδραξε την ευκαιρία. Με αναίμακτο πραξικόπημα, στο οποίο εξόντωσε καμιά διακοσαριά εκατομμύρια ποταπά ανθρωπάρια, ανέλαβε την εξουσία. Οι Skywalker βρέθηκαν εκτός παλατιού, δημοσίων θέσεων, τους έκαψαν τα σπίτια γιατί θεωρήθηκαν γένος που φέρνει δυστυχία και κακοτυχία και τελικά βρέθηκαν εκτός νόμου. Αχάριστος λαός, τι να πεις.

Ο Domino, δέκατος έκτος απευθείας απόγονος του σκοτωμένου βρέφους, το οποίο θα ονομαζόταν Domino εκ του πατριάρχη του γένους, ήταν μέλος μιας παραστρατιωτικής ομάδας. Το όνομα του και το ταλέντο του τον είχαν βοηθήσει να ανέβει ψηλά στην ιεραρχία.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα αυτής της παραστρατιωτικής ομάδας, που ονομαζόταν Dominion, ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Quickriver στα σύνορα των τομέων Αλβανιστάν ΙΙ και Xipolitos Psaras VI.

Τα αυγά της όρκας ήταν πολύ θρεπτικά και τον είχαν κρατήσει αυτές τις δύσκολες ημέρες σε καλή σωματική και ψυχική κατάσταση. Αλλά το ότι το σχέδιο χτυπούσε πίσω ήταν αυτό που του είχε κουρελιάσει τα νεύρα. Έπρεπε να φτάσει το συντομότερο στον δάσκαλό του. Αν ανακάλυπτε κανένας ότι το τατουάζ του ήταν η μυστική φόρμουλα για να φτιαχτεί η βόμβα Tesla, την είχε κάτσει…

Παιχνίδια και άβαταρ: Μια πραγματική ιστορία με πολύ σεχ. Σεχ σε λέω, σεχ.

Προψέ το απόγευμα είχα βγει στο μπαλκόνι και έκανα ένα τσιγάρο. Χάζευα το χιόνι και ταυτόχρονα ρουφούσα από την κούπα μου με τον Γκούφι κοφτές γουλιές τσάι μήλο εκ Τουρκίας. Είχα πέσει σε σκέψεις, γιατί ο Χάρης μου είχε στείλει πίσω ένα κοντέινερ ζωοτροφές. Ήταν λέει πολύ χοντροαλεσμένες.

Αφού σκεφτόμουν πως θα ρεφάρω, ακούω έναν θόρυβο και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ήταν ένα κίτρινο αεροπλανάκι της DHL. Να με συγχωρέσουν οι κύριοι ιδιοκτήτες άλλων εταιρειών με παρόμοιες υπηρεσίες αλλά στην βιτρίνα του καταστήματος μοντελισμού υπήρχε μόνο κίτρινο αεροπλανάκι της DHL. Ας βγάλουν και αυτοί τέτοια έτσι ώστε να τα βλέπω και να αποκτήσουν μια θέση στις ιστορίες μου.

Ξαφνικά βλέπω να πέφτει ένα δέμα από το αεροπλάνο. Ευτυχώς του φορούσαν αλεξίπτωτο. Ήρθε και έσκασε ακριβώς μπροστά στα πόδια μου. Σκέφτηκα να μην το ανοίξω, γιατί τώρα τελευταία με κυνηγούσαν κάτι περίεργοι τύποι. Αλλά από την άλλη σκέφτηκα, τι θα έλεγε ο προπάππους μου αν με έβλεπε από εκεί ψηλά; Αυτός πολέμησε στις Θερμοπύλες, και εγώ ο εγγονός του φοβόμουν να ανοίξω ένα δέμα;

Τελικά το άνοιξα. Ήταν άδειο. Παίρνω τον αναπτήρα και κοιτάζω καλύτερα υπό το φως του. Υπήρχε ένα χαρτάκι στον πάτο.

«Πες μου γιατί γουστάρεις το άβατάρ σου. Παντοτινά δικός σου, Harisheiz

Είχα πάθει σοκ με το ότι ενώ τον σκεφτόμουν εκείνη την ώρα, τσουπ, έσκασε και το γράμμα του. Επίσης είχα πάθει πλάκα και με το θράσος του. Εμ μου είχε στείλει πίσω το κοντέινερ, με κορόιδευε κιόλας. Αλλά αποφάσισα να του απαντήσω. Πήρα ένα μεγάλο ρολό κωλοπέιπερ και το καλό μου το μολύβι και ξεκίνησα να γράφω.

Το πρώτο μου άβαταρ ήταν μια εικόνα με ένα δελφίνι και μια αγελάδα στην θάλασσα. Συμβόλιζε την δουλειά μου και το παράλογο, του οποίου είμαι μεγάλος φαν. Πολύ σουρεάλ. Μια μέρα όμως, η χάθηκε, σαν να έπαθε κάτι το WordPress και μου έκανε delete. Επίσης μια από εκείνες τις ημέρες την ανέβασε και ο Χάρης στο ιστολόγιό του, οπότε κάηκε το θέμα.

Χωρίς πολύ πολύ σκέψη, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, και με έβγαλα μια φωτογραφία. Ναι, είμαι ο Donkey Kong.

Ο Donkey Kong είναι μια μορφή πολύ ψαγμένη. Όταν ξεκίνησε την πορεία του, ήταν κακός. Άρπαζε πριγκιποπούλες και τις έκλεινε σε απόμακρα κάστρα. Μ’ αρέσουν οι κακοί χαρακτήρες. Αυτός είναι ο λόγος νούμερο 1).

Μετά από πολλά χρόνια, ήρθε μια εταιρεία και του λέει του Donkey: Donkey, θα σου κάνω ένα παιχνίδι με πρωταγωνιστή εσένα, αλλά δεν μπορείς να είσαι κακός. Πρέπει να αλλάξεις πλευρά. Σαν ανταμοιβή θα σου δώσω και μερικές μπανάνες παραπάνω. Ο Donkey δέχτηκε.

Στο παραπάνω περικλείονται πολλοί λόγοι. Συνεχίζω την αρίθμηση από παραπάνω:
2) Πούλησε την ιδεολογία του για ένα μάτσο μπανάνες (χρήματα, δόξα, σεξ για άλλους). Μ’ αρέσουν αυτοί που ξεπουλιούνται πολύ εύκολα για το χρήμα. Το χρήμα και η απληστία κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
3) Ακόμη και οι «καλοί», έχουν λόγο να είναι καλοί. Ο Donkey έγινε καλός για τις μπανάνες και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όλοι αυτοί οι «καλοί» γύρω μας για κάποιον λόγο είναι έτσι. Χρήμα, δόξα ή σεξ. Ή και τα τρία. Μ’ αρέσουν οι καλοί με αιτία.

Ο Donkey στην αρχή έκανε χαμαλοδουλειές. Ανέβαινε σκάλες, κατέβαινε σκάλες. Αυτό ήταν και κυριολεκτικό και μεταφορικό. Σκαλί σκαλί ανέβηκε και έπιασε την επιτυχία. Οπότε:
4) Μ’ αρέσουν αυτοί που αποκτούν κάτι με την δουλειά τους και γίνονται μεγάλοι και τρανοί.
5) Μ’ αρέσουν αυτοί με ιδιόκτητα νησιά
. Και ο Donkey έχει.

Οι παρακάτω λόγοι είναι πιο ελαφριοί, αλλά εξίσου σημαντικοί:

6) Μ’ αρέσουν οι μπανάνες. Και έχει πολλές.
7) Έχει μπράτσα. Θα γούσταρα να έχω τέτοια μπράτσα.
8) Φοράει και γαμώ τις γραβάτες.

Αφού σκούπισα τον ιδρώτα μου, πήρα το χαρτί και το έβαλα στο κουτί ξανά. Σφυρίζω και το αεροπλανάκι ήρθε και το πήρε πίσω. «Πέτα μικρό μου αεροπλανάκι» , του λέω, «πέτα σαν τον άνεμο.»

Και αυτό πέταξε, και χάθηκε στο σεληνόφως.

Χάρη, ευχαριστώ για την πρόσκληση στο παιχνίδι. Εγώ καλώ με την σειρά μου να συμμετάσχουν τους: Taxitzou, Μετεωρίτη, Aerosol.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά και το πνεύμα του Καλοκαιριού.

«Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να τον παντρευτώ», μουρμούριζε καθώς γυρνούσε από το άλλο πλευρό. Το ροχαλητό του είχε ξεσηκώσει όλη την οικοδομή στο πόδι και η δύστυχη προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί.

Τον τελευταίο καιρό το κακό είχε παραγίνει. Οι υπάλληλοί της, τα ξωτικά, την κορόιδευαν γιατί οι σακούλες στα μάτια της είχαν γίνει ωσάν τις μαύρες σακούλες που πετάμε τα σκουπίδια. Αλλά οι καλύτερες είναι εκείνες που έχουν μπλε χρώμα και άρωμα λεβάντα. Αυτό για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

«Ναι, τελικά ήταν όντως κακή ιδέα να τον παντρευτώ. Τα τελευταία διακόσια χρόνια δεν κάνω τίποτα άλλο από το να φτιάχνω παιχνίδια που θα χαλάνε αμέσως και θα κάνουν τα παιδιά όλου του κόσμου δυστυχισμένα.»

Ευτυχώς ξεπέρασε τα κόμπλεξ της εκείνη η χώρα που όλοι είναι κίτρινοι και τρώνε ρύζι, οπότε αγόρασαν ένα εργοστάσιο εκεί και τα προϊόντα τους είναι 100% ελαττωματικά, έτσι ακριβώς όπως τα ήθελαν.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά ξύπνησε. Πηγαίνει στον καθρέπτη και κοιτάζει το είδωλο του. «Στυλάκι είμαι ο πούστης», σκέφτεται και φτύνει τον εαυτό του τρεις φορές να μην αυτοματιαχτεί. Γιατί ως γνωστών το αυτομάτιαγμα είναι η χειρότερη μορφή ματιάγματος και δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα ούτε η μάνα μου, η οποία έχει κάνει μεταπτυχιακό στο θέμα αυτό, στο Ταφτς Γιουνιβέρσιτι, εκεί που στέλνει όλα της τα παιδιά η παράταξη με την δάδα. Και α, και ου, ξεμάτιαγμα παντού.

Πηγαίνει στην ζυγαριά. «Κάθε χρόνος που περνάει αδυνατίζω όλο και πιο πολύ, κάτι πρέπει να κάνω.» Όντως, ήταν τόσο αδύνατος που όταν περπατούσε τα πόδια του μετά βίας ακουμπούσαν το πάτωμα.

Το ζευγάρι είχε το μαγαζί του στην Ανταρκτική, εκεί που οι πιγκουίνοι τρώνε τις πολικές αρκούδες. Απασχολούσαν περίπου διακόσια σατανικά ξωτικά.

Η πουτάνα η κενωνία τον έριξε τον φίλο μας τον Σηλισάβ Σοϊγά στα δύσκολα από την αρχή. Η μάνα του γέννησε δίδυμα. Το ένα στρουμπουλάκι και το άλλο αδυνατούτσικο. Τελικά αποφάσισαν ότι δεν μπορούν να συντηρήσουν και τα δύο, και έτσι έβαλαν το αδύνατο μέσα σε ένα καλάθι και το αμόλησαν στον Νείλο.

Καθώς το καλάθι περνούσε από την Χώρα των Βάσκων, ο αδυνατούλης μπάνισε μια πριγκιποπούλα, και άρχισε να κάνει κουπί με τα στιβαρά του χέρια. Την έφτασε και της λέει: «Θέλω να σε κάνω μαμά μου.»

Και έτσι έπεσε στα χέρια της σατανικής πριγκιποπούλας, η οποία ήταν και μάγισσα μια ψιλή.

Έτσι ο αδύνατος μπόμπιρας μεγάλωσε και έγινε ένας καθώς πρέπει μπαντ γκάι με τα ούλα του.

Ένα βράδυ, η πριγκιπέσα του έσκασε το παραμύθι. «Ο αδερφός σου, ο δίδυμος αδερφός σου, έχει φτιάξει μια καριέρα η οποία είναι καταπληκτική και τον αγαπάει όλος ο κόσμος, σε αντίθεση με εσένα που είσαι μιρμίρης και συνεχώς γκρινιάζεις.»

Ο αδυνατούλης πρώην μπόμπιρας νυν μπαντ γκάι με τα ούλα του έξυσε το κεφάλι του.

«Μην ξύνεις το κεφάλι σου, το αδέρφι σου είναι ο Άγιος Βασίλης, και εσύ πρέπει να τον καταστρέψεις, Σηλίσαβ Σοϊγά.»

Περίμενε πολλά χρόνια για το όνομά του, και επιτέλους, εκείνη την στιγμή, απέκτησε ένα. Ήταν ο Σηλίσαβ Σοϊγά, που στο άκουσμά του οι λύκοι τα κάνανε πάνω τους και ο Κωστάκης από τον δεύτερο κλειδωνόταν στην ντουλάπα με τα πρεταπορτέ της μάνας του και τις ζαρτιέρες του πατέρα του. Ήταν ωραίες εκείνες οι ζαρτιέρες, κόκκινες δαντελωτές με κεντημένες πασχαλίτσες. Πολύ σούπερ ουάου σε λέω. Επίσης ας υποθέσουμε ότι ο Σηλίσαβ Σοϊγά δεν ήξερε το όνομά του ως αυτήν την στιγμή, αλλά δεν μπορούσα να τον λέω συνέχεια «ο αδυνατούλης». Καταλάβατε;

Έτσι, ο Σηλίσαβ Σοϊγά πήγε στην Ανταρκτική, και προσπαθούσε να χαλάσει την φήμη του αδερφού του που του στέρησε την χαρά να μεγαλώσει με στοργή και Προδέρμ. Έφτιαξε εκεί μια φάμπρικα, έφτιαχνε χαλασμένα παιχνίδια και τα μοίραζε σε όλον τον κόσμο. Είχε κατάσκοπο στο τμήμα εξυπηρέτησης του Άγιου Βασίλη, και έτσι άρπαζε πολλά από τα γράμματα που κανονικά πηγαίναν στον ορίτζιναλ. Οπότες ο πραγματικός Άγιος Βασίλης δεν έβλεπε ορισμένα γράμματα ποτές. Σαν τα τα έκανα λίγο αχταρμά εδώ αλλά βαριέμαι να διορθώσω γιατί απλά βαριέμαι.

Φέτος ήταν η μεγάλη χρονιά. Όλα τα γράμματα του Άγιου Βασίλη θα ερχόταν σε αυτόν. Πως; Ήταν ένα καταπληκτικό κατασκεύασμα, χρήμα το έλεγαν, και όποιος το έπαιρνε έκανε την πάπια και ότι του έλεγες. Δηλαδής λάδωσε όλους τους ταχυδρομικούς υπαλλήλους του κόσμου. Οι πιο φθηνιάρηδες ήταν σε μια χώρα που η υπηρεσία λεγόταν El.Ta.. Για μια μπριζόλα πουλάνε και την μάνα τους αυτοί. Έχω την υποψία ότι ένας πελάτης μου πούλησε την γυναίκα του, γιατί αυτή εξαφανίστηκε και αυτός κυκλοφορεί με δεσμίδες χαρτονομίσματα των πενήντα ευρών.

Όπερ και εγένετο. Και η φάμπρικα δούλευε μέρα νύχτα για να φτιάξει ελαττωματικά παιχνίδια για όλα τα παιδιά του κόσμου. Μπάρμπι με στήθος τρία νούμερα μικρότερο από το κανονικό. Τρενάκια που αντί να σέρνουν βαγόνια σέρνουν ανθρώπινα μέλη. Τηλεκατευθυνόμενα που πατάνε όποιον βρεθεί στο διάβα τους. Επιτραπέζια με πεντάλφες. Αλλά το σατανικότερο απ’όλα ήταν ένα: ο λούτρινος Μπομπ ο Σφουγγαράκης.

Στις δώδεκα και πέντε δευτερόλεπτα, καθώς έμπαινε ο νέος πάσχας, όλη η υφήλιος άρχισε να ταρακουνιέται. Είχε συμβεί αυτό που περίμενε ο Σηλίσαβ Σοϊγά: Όλα τα παιδάκια του κόσμου έκλαιγαν ταυτόχρονα.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά γελούσε και χαιρόταν με την επιτυχία του. Όμως κάτι τον ενοχλούσε. Τα παιδάκια δεν σταματούσαν να κλαίνε. Μια βδομάδα, ένας μήνας, ένας χρόνος. Δεν μπορούσε πλέον να κοιμηθεί, τα νεύρα του είχαν γίνει τσατάλια και η γυναίκα του τελικά τον παράτησε. Το ροχαλητό το πάλευε, αλλά αυτό δεν το σήκωνε.

Μόνος και έρημος, και χωρίς φάμπρικα πλέον -την πούλησε σε Άραβες επενδυτές από την Νεμπράσκα διότι είχε επιτύχει τον σκοπό του- δεν ήξερε τι να κάνει. Κόντευε να τρελαθεί. Τότες αποφάσισε να πάει να βρει τον αδερφό του και να του ζητήσει συγγνώμη. Μετά, θα δούλευε για να διορθώσει το κακό που έκανε.

Πήρε το Πολικό Εξπρές με τον Τομ Χανξ και ουχί Χανκς και πέταξε στην Αρκτική. Πήγε έξω από το μέγαρο του αδερφού του. Χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγει ο αδερφός του.

Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει και στο «Πάμε Πακέτο» :

-Αδερφέ μου!
-Αδερφέ μου!
-Χαίρομαι που σε βλέπω!
-Και εγώ!
-Η Σούλα καλά;
-Καλά, καλά. Η Τούλα;
-Χώρισα με την Τούλα.
-Γιατίς;
-Ασυμφωνία χαρακτήρων.
-Α, κρίμας.
-Αδερφέ, θα με συγχωρέσεις;
-Για πιο πράμα;
-Που σου κατέστρεψα την φήμη…
-Φυσικά βρε κουτό, είμαι ο Άγιος Βασίλης, είμαι καλός από τη φύση μου! Έλα μέσα να σε κεράσω ένα μπράντυ.

Περνάνε στο σαλόνι, και ο Σάντα βάζει δυο ποτά. Ο Σηλίσαβ Σοϊγά το πίνει με ευχαρίστηση. Ο Άγιος δεν το ακουμπάει καν στο στόμα του.

Ο Σηλίσαβ Σοϊγά ξαφνικά αρχίζει να κυλιέται στο πάτωμα.

-Καταραμένε Χαγιάτε, τι με έκανες; Τι είχε το μπράντυ μέσα; Γιατί με σκοτώνεις;
-Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Φεργουέλ ντάρλινγκ. Σουυυυύλα, φέρε μια σκούπα και ένα φαράσι.